TOP STORIES Αρθρογραφια Κοινωνία Περιβάλλον & Ενέργεια

Η αξιοποίηση της βροχής στην Άνδρο: Πόσο νερό καταλήγει στους ταμιευτήρες και τι ρόλο μπορούν να παίξουν οι συλλεκτήρες

Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερος λόγος για το ότι «πάει χαμένο» ένα μεγάλο μέρος της βροχής που πέφτει στα νησιά του Αιγαίου. Κάθε έντονο επεισόδιο φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ιδέα των ταμιευτήρων και των συλλεκτήρων ομβρίων, ως λύση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και τη βιώσιμη αξιοποίηση των υδάτινων πόρων. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν με την ίδια αποτελεσματικότητα παντού. Οι ταμιευτήρες και οι συλλεκτήρες ομβρίων προϋποθέτουν ικανοποιητικό ύψος και συχνότητα βροχοπτώσεων, επαρκές υψόμετρο και συγκεκριμένα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τη φυσική συγκράτηση και αποθήκευση του νερού. Δεν είναι, λοιπόν, όλα τα νησιά κατάλληλα για τέτοιες υποδομές.

Εκεί όπου η βροχή είναι σπάνια και οι λεκάνες απορροής μικρές, το κόστος υπερβαίνει συχνά το όφελος. Αντίθετα, σε περιοχές με πλουσιότερο υδρολογικό ισοζύγιο — όπως η Άνδρος — η αξιοποίηση του βρόχινου νερού μπορεί να γίνει με τρόπο ρεαλιστικό, αποδοτικό και περιβαλλοντικά φιλικό. Η Άνδρος, με το ιδιαίτερο ανάγλυφο, το υψόμετρο και το υψηλότερο μέσο ετήσιο ύψος βροχής από τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, προσφέρει ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς η τοπική υδρολογία μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα απώλειας σε πλεονέκτημα αυτάρκειας.  Η ορθολογική αξιοποίηση του βρόχινου νερού — μέσω μικρών ταμιευτήρων, συλλεκτήρων και της αναβίωσης των παραδοσιακών στέρνων — δεν αποτελεί μόνο τεχνική λύση αλλά και ανασύσταση μιας διαχρονικής σχέσης του νησιού με το νερό. Πρόκειται για μια πρακτική που μπορεί να ενισχύσει τη διαθεσιμότητα νερού, να μειώσει τις απώλειες προς τη θάλασσα και να αυξήσει την ανθεκτικότητα του νησιού απέναντι στις παρατεταμένες ξηρές περιόδους που επιδεινώνει η κλιματική αλλαγή.

ΠΟΣΟ ΝΕΡΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΡΟΧΗ 

Σε γενικές γραμμές, από τη συνολική βροχόπτωση μιας περιοχής μόνο ένα ποσοστό 10–30 % μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεισφέρει άμεσα σε ταμιευτήρες ή υπόγειες αποθήκες, ενώ το υπόλοιπο είτε εξατμίζεται είτε διηθείται επιφανειακά ή καταλήγει στη θάλασσα. Το ποσοστό αυτό εξαρτάται αποφασιστικά από τη χρήση γης και τον βαθμό αστικοποίησης. Στις πλήρως αστικοποιημένες περιοχές, όπως τα κέντρα των μεγάλων πόλεων, το 70–90 % της βροχής μετατρέπεται σε επιφανειακή απορροή, καθώς οι στεγανές επιφάνειες (άσφαλτος, πλακόστρωτα, δώματα) δεν επιτρέπουν τη διήθηση στο έδαφος. Αντίθετα, στις αγροτικές ζώνες το ποσοστό απορροής μειώνεται στο 10–30 %, ενώ στα φυσικά δάση και τους υγροτόπους μόλις στο 5–15 %. Μεταξύ αυτών των άκρων βρίσκονται οι προαστιακές περιοχές, όπου η απορροή κυμαίνεται στο 40–60 % ανάλογα με το ποσοστό πράσινου και τη σύσταση του εδάφους.

Στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, όπως η Αθήνα, έχει εκτιμηθεί ότι περίπου τα δύο τρίτα της βροχής, δηλαδή το 60–70 %, απομακρύνεται μέσω του δικτύου συλλεκτήρων. Σε έντονα επεισόδια, αυτό το ποσοστό μπορεί να αγγίξει το 90 %. Αντιθέτως, στα νησιά, όπου η πολεοδομική πυκνότητα είναι μικρότερη και το ανάγλυφο πιο απότομο, η απορροή ακολουθεί φυσικές ροές προς τις χαμηλές περιοχές και στη συνέχεια στη θάλασσα. Η έλλειψη δικτύων συγκράτησης ή αξιοποίησης έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου νερού, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες.

Η Άνδρος παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα με υψηλή ετήσια βροχόπτωση.  Οι βροχές είναι κατά κανόνα έντονες αλλά σύντομες, με αποτέλεσμα σημαντικές ποσότητες νερού να κατευθύνονται επιφανειακά στα ρέματα. Η μορφολογία του νησιού, με την έντονη κλίση των πρανών, περιορίζει τη φυσική κατείσδυση, ιδίως σε βραχώδεις περιοχές με λεπτό έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, το νησί διαθέτει μικρές φυσικές κοιλότητες και λεκάνες, όπου δημιουργούνται εποχιακές λιμνούλες και ταμιευτήρες — είτε φυσικοί είτε τεχνητοί. Ιστορικά, οι κάτοικοι της Άνδρου αξιοποιούσαν τη βροχή μέσω μικρών δεξαμενών και στέρνων, ενσωματωμένων στην οικιακή ή αγροτική αρχιτεκτονική. Οι στέρνες αυτές, συχνά λαξευμένες στο βράχο ή επενδεδυμένες με κονίαμα, αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ανδριώτικης κατοικίας, προσφέροντας αυτονομία νερού σε περιόδους ανομβρίας. Η σημερινή πραγματικότητα, όμως, χαρακτηρίζεται από εγκατάλειψη αυτής της παράδοσης και περιορισμένη αξιοποίηση της απορροής. Παρά το γεγονός ότι το νησί διαθέτει δεκάδες πηγές (Στενιές, Αποίκια, Άνω και Κάτω Πιτροφός, Μένητες κ.ά.), μεγάλο μέρος του βρόχινου νερού διαφεύγει ανεκμετάλλευτο. Πολλές από τις πηγές είναι πλούσιες σε μεταλλικά συστατικά και έχουν ιαματικές ιδιότητες, όπως η πηγή της Σάριζας στο χωριό Αποίκια, η πηγή της Άρνης, η Πετρένια στο Βουνί, το Βρυσάρι στα Λάμυρα, η πηγή του Ζαννάκη στους Μένητες και της Αγίας Ειρήνης στο ομώνυμο μοναστήρι κ.α. Μέχρι το 1993, περιοχές όπως το Κόρθι, τα Λάμυρα, οι Μένητες, η Μεσαριά υδροδοτούνταν με ταυτόχρονη χρήση πηγαίου νερού και νερού από τις γεωτρήσεις Από τις πηγές ξεκινούν τα ρέματα που διατρέχουν την Άνδρο από τα δυτικά προς τα ανατολικά μέσα από εύφορες κοιλάδες, με ορισμένα να έχουν νερό ακόμη και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Τα σπουδαιότερα ποτάμια με μόνιμη ροή είναι ο Ποταμός της Άρνης που εκβάλει στη Λεύκα, ο Μεγάλος Ποταμός ή Ποταμός των Λειβαδίων που πηγάζει από τη Φλέα και εκβάλει στο Παραπόρτι (Χώρα), ο Ποταμός της Βουρκωτής ή Άχλα που πηγάζει από την Κουβάρα και εκβάλει στην παραλία Άχλα, ο Ποταμός των Γιαλιών, που δέχεται νερά από το Πέταλο και εκβάλει στον όρμο Γιάλια και ο Ποταμός της Κατάκοιλου που καταλήγει στον όρμο Ατένι. Ρέματα που στερεύουν κατά τους φθινοπωρινούς και καλοκαιρινούς μήνες είναι ο Ποταμός των Λουρίων που πηγάζει από τους Μένητες και εκβάλει στο Νιμπορειό, τα Διποτάματα που εκβάλουν στο Συνετί, το Μεγάλο Ρέμα στη θέση Βαρίδι στα βόρεια του νησιού καθώς και ο Ποταμός της κοιλάδας του Κορθίου. Ελάχιστα έργα συλλογής ή αποθήκευσης υπάρχουν, ενώ τα περισσότερα ρέματα λειτουργούν απλώς ως φυσικοί αποδέκτες. Η ενίσχυση του υδρολογικού ισοζυγίου μέσω τεχνητής αποθήκευσης ή εμπλουτισμού υπόγειων υδροφορέων θα μπορούσε να έχει πολλαπλά οφέλη — περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά.

Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΡΡΟΗΣ

Η διεθνής εμπειρία από προγράμματα stormwater harvesting δείχνει ότι η στοχευμένη συλλογή και αποθήκευση μέρους της επιφανειακής απορροής είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά αποδοτική, ιδίως σε περιοχές με έντονες αλλά διαλείπουσες βροχοπτώσεις. Η βασική αρχή είναι η παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της απορροής με τη χρήση δεξαμενών, φυσικών κοιλοτήτων ή υπόγειων συλλεκτών. Το νερό που συγκεντρώνεται μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μη πόσιμες χρήσεις (άρδευση, πυρόσβεση, καθαρισμό) ή, μετά από επεξεργασία, να εμπλουτίσει υπόγειους υδροφορείς. Παράλληλα, μειώνεται η φόρτιση των δικτύων ομβρίων και περιορίζεται ο πλημμυρικός κίνδυνος. Η εφαρμογή τέτοιων συστημάτων σε νησιωτικά περιβάλλοντα, όπως η Άνδρος, είναι όχι μόνο επιθυμητή αλλά και αναγκαία, υπό την προϋπόθεση ότι θα σχεδιαστούν προσεκτικά. Στις νησιωτικές περιοχές, η απορροή είναι συχνά έντονη, όμως η δυνατότητα κατείσδυσης μειώνεται από τα κεκλιμένα πρανή και το σκληρό γεώδες υπόβαθρο. Οι συλλεκτήρες μπορούν να λειτουργήσουν είτε επιφανειακά (δεξαμενές σε στρατηγικά σημεία όπου συγκεντρώνεται ροή), είτε υπόγεια, μέσω συστημάτων αποθήκευσης κάτω από δρόμους ή πλατείες. Επιπλέον, οι παραδοσιακές στέρνες μπορούν να αποκατασταθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν, με σύγχρονα φίλτρα και βαλβίδες υπερχείλισης.

Το κύριο εμπόδιο παραμένει το οικονομικό. Η δημιουργία ενός συστήματος συλλογής βροχής μεγάλης κλίμακας απαιτεί επενδύσεις σε αγωγούς, δεξαμενές, αντλιοστάσια και φίλτρα, με κόστος που μπορεί να κυμαίνεται από 1 000 έως 3 000 € ανά κυβικό μέτρο αποθηκευτικής ικανότητας για μικρά έργα. Ωστόσο, το όφελος δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση απόδοση νερού, αλλά περιλαμβάνει τη μείωση πλημμυρικών φαινομένων, την ενίσχυση των οικοσυστημάτων και την εξασφάλιση αποθέματος σε περιόδους ξηρασίας. Εάν συνυπολογιστούν αυτά τα «έμμεσα» οφέλη, η σχέση κόστους–οφέλους γίνεται θετική (BCR > 1), όπως δείχνουν αντίστοιχες μελέτες στην Ιταλία και την Ισπανία. Η Άνδρος διαθέτει μια ιδιαίτερη υδρογεωλογική δομή όπου στις περιοχές Αποικίων και Πιτροφού παρατηρείται σχετικά υψηλή υδροφορία, με φυσική διήθηση μέσα από ασβεστολιθικά πετρώματα, ενώ στα βόρεια και νότια το υπόβαθρο είναι πιο σχιστολιθικό, περιορίζοντας τη δυνατότητα κατείσδυσης. Αυτό σημαίνει ότι οι συλλεκτήρες πρέπει να σχεδιαστούν ανάλογα με τοπικές συνθήκες. Σε περιοχές με καλό υπόγειο υδροφόρο, οι δεξαμενές μπορούν να λειτουργούν και ως σημεία εμπλουτισμού, επιτρέποντας τη σταδιακή διοχέτευση του νερού στο υπέδαφος. Αντίθετα, σε πιο βραχώδεις ή απότομες ζώνες, η επιφανειακή αποθήκευση (με μικρούς ταμιευτήρες ή υπόγειες δεξαμενές) είναι πιο κατάλληλη.

 Η εμπειρία από το πρόγραμμα HYDROUSA στη Μύκονο και την Τήνο αποδεικνύει ότι τέτοιες εφαρμογές είναι εφικτές ακόμη και σε μικρές νησιωτικές κοινότητες. Στην Τήνο δημιουργήθηκε φυσικό σύστημα επεξεργασίας λυμάτων (constructed wetland) στον Πύργο-Πάνορμο, το οποίο ανακυκλώνει λύματα για άρδευση ελαιώνων και αγροτεμαχίων,εγκαταστάθηκαν δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού και μονάδα αποθήκευσης και διανομής επεξεργασμένου νερού , εφαρμόστηκε πιλοτικά επαναφόρτιση υπόγειου υδροφορέα με φιλτραρισμένο νερό. κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση κατά > 60 % της κατανάλωσης πόσιμου νερού για άρδευση· το νερό κάλυψε περίπου 20 ha καλλιεργειών.  Ένα παρόμοιο εγχείρημα στην Άνδρο θα μπορούσε να εστιάσει σε τρεις ζώνες: Γαύριο, Χώρα και Κόρθι. Στο Γαύριο, όπου η κατανάλωση νερού αυξάνεται το καλοκαίρι, οι συλλεκτήρες θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άρδευση και τον καθαρισμό κοινόχρηστων χώρων. Στη Χώρα, η ανακαίνιση παλαιών στέρνων και η διασύνδεσή τους με νέα δίκτυα συλλογής θα αναβίωναν την παραδοσιακή λογική εξοικονόμησης νερού. Στο Κόρθι, η συγκράτηση μέρους της απορροής θα μπορούσε να περιορίσει πλημμυρικούς κινδύνους και να ενισχύσει τον υπόγειο υδροφορέα. Η Άνδρος, με το πλούσιο υδρολογικό της δίκτυο και τις ενεργές κοινότητες, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τη βιώσιμη διαχείριση βρόχινου νερού στις Κυκλάδες.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποθηκεύσουμε νερό, αλλά να το επαναφέρουμε στον κύκλο του νησιού με τρόπο που να εξασφαλίζει συνέχεια, ανθεκτικότητα και σεβασμό στο περιβάλλον. Σε μια εποχή όπου η κλιματική αστάθεια επιβάλλει νέες προσαρμογές, η συλλογή και αξιοποίηση του βρόχινου νερού δεν είναι πολυτέλεια — είναι αναγκαιότητα, και η Άνδρος διαθέτει όλα τα φυσικά και πολιτισμικά εφόδια για να πρωτοπορήσει σε αυτή την κατεύθυνση. Στηρίζουμε το έργο της Τοπικής αυτοδιοίκησης και των ερευνητικών φορέων του νησιού .

Η φετινή βροχή, όπως και κάθε φθινοπωρινή καταιγίδα, είναι μια υπενθύμιση — όχι μόνο για τις αδυναμίες των υποδομών, αλλά και για τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι διαχειριζόμαστε το νερό. Δεν αρκεί να ζητάμε αντιπλημμυρικά έργα· χρειάζεται να αλλάξουμε νοοτροπία. Το νερό που κυλάει στους δρόμους δεν είναι απλώς “πλεόνασμα” — είναι πολύτιμος πόρος που χάνεται στη θάλασσα. Σε ένα νησί όπως η Άνδρος, με περιορισμένα αποθέματα και εποχικά προβλήματα ύδρευσης, οφείλουμε να το αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και ευθύνη.  Ίσως ήρθε η ώρα να θέσουμε σαφείς κανόνες ώστε  να απαγορευτεί το πότισμα των κήπων και των αυλών με το νερό της πόλης, να αξιοποιηθούν οι δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, όπως παλαιότερα έκαναν οι νησιώτες και τέλος να ανακυκλώνεται το νερό όπου είναι δυνατόν — για καθαρισμούς, ή άρδευση. Η προσαρμογή στην κλιματική πραγματικότητα δεν είναι μόνο έργα και μελέτες· είναι αλλαγή στάσης ζωής. Κι αν κάτι μας διδάσκει κάθε φθινοπωρινή βροχή, είναι πως η φύση πάντα θυμάται — κι εμείς πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε ισορροπία μαζί της, με σεβασμό, μέτρο και πρόνοια.

Πηγές -Βιβλιογραφία : European Environment Agency (EEA) – Water retention and stormwater management in Europe, EEA Report No. 15/2021- HYDROUSA Project (EU Horizon 2020) – Nature-based solutions for water management in Mediterranean islands, 2022.- Καραβοκύρης Δ. (2017). Υδρολογία και Διαχείριση Υδατικών Πόρων στα Νησιά του Αιγαίου, ΤΕΙ Κρήτης.-  Καλλέργης Ν. (2022). Υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά και υδατικό ισοζύγιο της Άνδρου, ΙΓΜΕ.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Visited 723 times, 1 visit(s) today

2 comments

  1. “…η στοχευμένη συλλογή και αποθήκευση μέρους της επιφανειακής απορροής είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά αποδοτική, ιδίως σε περιοχές με έντονες και διαλείπουσες βροχοπτώσεις.”
    Η δεντροφύτευση δεν αποτελεί μέθοδο συλλογής και αποθήκευσης της επιφανειακής απορροής; Ειδικά στον ορεινό όγκο του πετάλου που έχει χιλιοκαέι και πλέον γυαλίζουν οι πέτρες; η μέθοδος αυτή δεν είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά αποδοτική;
    Σώνει και καλά πρέπει να δημιουργηθούν τεχνητοί ταμιευτήρες, φράγματα, δεξαμενές κτλ κτλ κτλ;

    1. Η δεντροφύτευση πράγματι συμβάλλει στην έμμεση “αποθήκευση” του νερού, αλλά όχι με τον ίδιο μηχανισμό που εννοούμε όταν μιλάμε για συλλογή και αποθήκευση επιφανειακής απορροής. Ας το εξηγήσουμε : Η αναδάσωση σε καμένες ή αποψιλωμένες πλαγιές (όπως στον ορεινό όγκο του Πετάλου στην Άνδρο) βελτιώνει τη διήθηση του νερού στο έδαφος,μειώνει τη διάβρωση και την απορροή,σταθεροποιεί το μικροκλίμα και τη διαπνοή,και μακροπρόθεσμα αυξάνει τα υπόγεια αποθέματα μέσω εμπλουτισμού των υδροφορέων.Όμως, αυτή η διαδικασία είναι αργή (χρειάζεται 10–20 χρόνια για να αποδώσει πλήρως) και δεν εξασφαλίζει διαθέσιμους όγκους νερού για ύδρευση ή άρδευση. Πρόκειται δηλαδή για φυσική “αποθήκευση”, όχι διαχειρίσιμη συλλογή.Αντίθετα, όταν μιλάμε για συλλογή και αποθήκευση της επιφανειακής απορροής,εννοούμε έργα που ελέγχουν ενεργά το νερό της βροχής δηλαδή μικρούς ταμιευτήρες ή φράγματα ανάσχεσης,λιθόφραγματα σε ρέματα,συστήματα δεξαμενών σε ρεματιές ή υδροσυλλογές,τεχνητούς εμπλουτισμούς υπόγειων υδροφορέων. Αυτές οι λύσεις επιτρέπουν να συγκεντρωθεί και να αποθηκευτεί το νερό,ώστε να χρησιμοποιηθεί κατά την ξηρή περίοδο, πράγμα που η δεντροφύτευση, από μόνη της, δεν μπορεί να επιτύχει.Επομένως οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές. Η δεντροφύτευση μειώνει τη διάβρωση και “κρατά” το νερό στο οικοσύστημα,ενώ τα μικρά έργα απορροής το συγκρατούν για πρακτική χρήση.Στην περίπτωση του Πετάλου, όπου το έδαφος έχει καεί και οι πέτρες “γυαλίζουν”,η φυσική διήθηση είναι ελάχιστη — επομένως, η αναδάσωση είναι αναγκαία,αλλά δεν αρκεί χωρίς μικρά τεχνικά έργα ελέγχου της απορροής και αναχαίτισης του νερού στους πρόποδες.
      Συνοπτικά η δεντροφύτευση είναι βιολογική μέθοδος συγκράτησης του νερού στο οικοσύστημα, ενώ οι ταμιευτήρες και τα φράγματα είναι τεχνικές μέθοδοι αποθήκευσής του. Στον Πέταλο, η λύση δεν είναι “είτε–είτε”, αλλά “και τα δύο μαζί”:αναδάσωση για ανάσχεση – τεχνικά έργα για αξιοποίηση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *