Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερος λόγος για το ότι «πάει χαμένο» ένα μεγάλο μέρος της βροχής που πέφτει στα νησιά του Αιγαίου. Κάθε έντονο επεισόδιο φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ιδέα των ταμιευτήρων και των συλλεκτήρων ομβρίων, ως λύση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και τη βιώσιμη αξιοποίηση των υδάτινων πόρων. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν με την ίδια αποτελεσματικότητα παντού. Οι ταμιευτήρες και οι συλλεκτήρες ομβρίων προϋποθέτουν ικανοποιητικό ύψος και συχνότητα βροχοπτώσεων, επαρκές υψόμετρο και συγκεκριμένα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τη φυσική συγκράτηση και αποθήκευση του νερού. Δεν είναι, λοιπόν, όλα τα νησιά κατάλληλα για τέτοιες υποδομές.
Εκεί όπου η βροχή είναι σπάνια και οι λεκάνες απορροής μικρές, το κόστος υπερβαίνει συχνά το όφελος. Αντίθετα, σε περιοχές με πλουσιότερο υδρολογικό ισοζύγιο — όπως η Άνδρος — η αξιοποίηση του βρόχινου νερού μπορεί να γίνει με τρόπο ρεαλιστικό, αποδοτικό και περιβαλλοντικά φιλικό. Η Άνδρος, με το ιδιαίτερο ανάγλυφο, το υψόμετρο και το υψηλότερο μέσο ετήσιο ύψος βροχής από τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, προσφέρει ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς η τοπική υδρολογία μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα απώλειας σε πλεονέκτημα αυτάρκειας. Η ορθολογική αξιοποίηση του βρόχινου νερού — μέσω μικρών ταμιευτήρων, συλλεκτήρων και της αναβίωσης των παραδοσιακών στέρνων — δεν αποτελεί μόνο τεχνική λύση αλλά και ανασύσταση μιας διαχρονικής σχέσης του νησιού με το νερό. Πρόκειται για μια πρακτική που μπορεί να ενισχύσει τη διαθεσιμότητα νερού, να μειώσει τις απώλειες προς τη θάλασσα και να αυξήσει την ανθεκτικότητα του νησιού απέναντι στις παρατεταμένες ξηρές περιόδους που επιδεινώνει η κλιματική αλλαγή.
ΠΟΣΟ ΝΕΡΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΡΟΧΗ
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Η Άνδρος παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα με υψηλή ετήσια βροχόπτωση. Οι βροχές είναι κατά κανόνα έντονες αλλά σύντομες, με αποτέλεσμα σημαντικές ποσότητες νερού να κατευθύνονται επιφανειακά στα ρέματα. Η μορφολογία του νησιού, με την έντονη κλίση των πρανών, περιορίζει τη φυσική κατείσδυση, ιδίως σε βραχώδεις περιοχές με λεπτό έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, το νησί διαθέτει μικρές φυσικές κοιλότητες και λεκάνες, όπου δημιουργούνται εποχιακές λιμνούλες και ταμιευτήρες — είτε φυσικοί είτε τεχνητοί. Ιστορικά, οι κάτοικοι της Άνδρου αξιοποιούσαν τη βροχή μέσω μικρών δεξαμενών και στέρνων, ενσωματωμένων στην οικιακή ή αγροτική αρχιτεκτονική. Οι στέρνες αυτές, συχνά λαξευμένες στο βράχο ή επενδεδυμένες με κονίαμα, αποτελούσαν βασικό στοιχείο της ανδριώτικης κατοικίας, προσφέροντας αυτονομία νερού σε περιόδους ανομβρίας. Η σημερινή πραγματικότητα, όμως, χαρακτηρίζεται από εγκατάλειψη αυτής της παράδοσης και περιορισμένη αξιοποίηση της απορροής. Παρά το γεγονός ότι το νησί διαθέτει δεκάδες πηγές (Στενιές, Αποίκια, Άνω και Κάτω Πιτροφός, Μένητες κ.ά.), μεγάλο μέρος του βρόχινου νερού διαφεύγει ανεκμετάλλευτο. Πολλές από τις πηγές είναι πλούσιες σε μεταλλικά συστατικά και έχουν ιαματικές ιδιότητες, όπως η πηγή της Σάριζας στο χωριό Αποίκια, η πηγή της Άρνης, η Πετρένια στο Βουνί, το Βρυσάρι στα Λάμυρα, η πηγή του Ζαννάκη στους Μένητες και της Αγίας Ειρήνης στο ομώνυμο μοναστήρι κ.α. Μέχρι το 1993, περιοχές όπως το Κόρθι, τα Λάμυρα, οι Μένητες, η Μεσαριά υδροδοτούνταν με ταυτόχρονη χρήση πηγαίου νερού και νερού από τις γεωτρήσεις Από τις πηγές ξεκινούν τα ρέματα που διατρέχουν την Άνδρο από τα δυτικά προς τα ανατολικά μέσα από εύφορες κοιλάδες, με ορισμένα να έχουν νερό ακόμη και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Τα σπουδαιότερα ποτάμια με μόνιμη ροή είναι ο Ποταμός της Άρνης που εκβάλει στη Λεύκα, ο Μεγάλος Ποταμός ή Ποταμός των Λειβαδίων που πηγάζει από τη Φλέα και εκβάλει στο Παραπόρτι (Χώρα), ο Ποταμός της Βουρκωτής ή Άχλα που πηγάζει από την Κουβάρα και εκβάλει στην παραλία Άχλα, ο Ποταμός των Γιαλιών, που δέχεται νερά από το Πέταλο και εκβάλει στον όρμο Γιάλια και ο Ποταμός της Κατάκοιλου που καταλήγει στον όρμο Ατένι. Ρέματα που στερεύουν κατά τους φθινοπωρινούς και καλοκαιρινούς μήνες είναι ο Ποταμός των Λουρίων που πηγάζει από τους Μένητες και εκβάλει στο Νιμπορειό, τα Διποτάματα που εκβάλουν στο Συνετί, το Μεγάλο Ρέμα στη θέση Βαρίδι στα βόρεια του νησιού καθώς και ο Ποταμός της κοιλάδας του Κορθίου. Ελάχιστα έργα συλλογής ή αποθήκευσης υπάρχουν, ενώ τα περισσότερα ρέματα λειτουργούν απλώς ως φυσικοί αποδέκτες. Η ενίσχυση του υδρολογικού ισοζυγίου μέσω τεχνητής αποθήκευσης ή εμπλουτισμού υπόγειων υδροφορέων θα μπορούσε να έχει πολλαπλά οφέλη — περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά.
“…η στοχευμένη συλλογή και αποθήκευση μέρους της επιφανειακής απορροής είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά αποδοτική, ιδίως σε περιοχές με έντονες και διαλείπουσες βροχοπτώσεις.”
Η δεντροφύτευση δεν αποτελεί μέθοδο συλλογής και αποθήκευσης της επιφανειακής απορροής; Ειδικά στον ορεινό όγκο του πετάλου που έχει χιλιοκαέι και πλέον γυαλίζουν οι πέτρες; η μέθοδος αυτή δεν είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά αποδοτική;
Σώνει και καλά πρέπει να δημιουργηθούν τεχνητοί ταμιευτήρες, φράγματα, δεξαμενές κτλ κτλ κτλ;
Η δεντροφύτευση πράγματι συμβάλλει στην έμμεση “αποθήκευση” του νερού, αλλά όχι με τον ίδιο μηχανισμό που εννοούμε όταν μιλάμε για συλλογή και αποθήκευση επιφανειακής απορροής. Ας το εξηγήσουμε : Η αναδάσωση σε καμένες ή αποψιλωμένες πλαγιές (όπως στον ορεινό όγκο του Πετάλου στην Άνδρο) βελτιώνει τη διήθηση του νερού στο έδαφος,μειώνει τη διάβρωση και την απορροή,σταθεροποιεί το μικροκλίμα και τη διαπνοή,και μακροπρόθεσμα αυξάνει τα υπόγεια αποθέματα μέσω εμπλουτισμού των υδροφορέων.Όμως, αυτή η διαδικασία είναι αργή (χρειάζεται 10–20 χρόνια για να αποδώσει πλήρως) και δεν εξασφαλίζει διαθέσιμους όγκους νερού για ύδρευση ή άρδευση. Πρόκειται δηλαδή για φυσική “αποθήκευση”, όχι διαχειρίσιμη συλλογή.Αντίθετα, όταν μιλάμε για συλλογή και αποθήκευση της επιφανειακής απορροής,εννοούμε έργα που ελέγχουν ενεργά το νερό της βροχής δηλαδή μικρούς ταμιευτήρες ή φράγματα ανάσχεσης,λιθόφραγματα σε ρέματα,συστήματα δεξαμενών σε ρεματιές ή υδροσυλλογές,τεχνητούς εμπλουτισμούς υπόγειων υδροφορέων. Αυτές οι λύσεις επιτρέπουν να συγκεντρωθεί και να αποθηκευτεί το νερό,ώστε να χρησιμοποιηθεί κατά την ξηρή περίοδο, πράγμα που η δεντροφύτευση, από μόνη της, δεν μπορεί να επιτύχει.Επομένως οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές. Η δεντροφύτευση μειώνει τη διάβρωση και “κρατά” το νερό στο οικοσύστημα,ενώ τα μικρά έργα απορροής το συγκρατούν για πρακτική χρήση.Στην περίπτωση του Πετάλου, όπου το έδαφος έχει καεί και οι πέτρες “γυαλίζουν”,η φυσική διήθηση είναι ελάχιστη — επομένως, η αναδάσωση είναι αναγκαία,αλλά δεν αρκεί χωρίς μικρά τεχνικά έργα ελέγχου της απορροής και αναχαίτισης του νερού στους πρόποδες.
Συνοπτικά η δεντροφύτευση είναι βιολογική μέθοδος συγκράτησης του νερού στο οικοσύστημα, ενώ οι ταμιευτήρες και τα φράγματα είναι τεχνικές μέθοδοι αποθήκευσής του. Στον Πέταλο, η λύση δεν είναι “είτε–είτε”, αλλά “και τα δύο μαζί”:αναδάσωση για ανάσχεση – τεχνικά έργα για αξιοποίηση.