Η δημόσια συζήτηση γύρω από την κλιματική αλλαγή έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μια έντονη πολιτική διάσταση. Οι επιστήμονες προσπαθούν να μεταφέρουν στο κοινό την τεκμηρίωση των μελετών τους, ενώ πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης συχνά χρησιμοποιούν αποσπασματικά στοιχεία για να υποστηρίξουν προϋπάρχουσες θέσεις.. Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι σημαντικός και αυτό θα συζητηθεί στο 19ο Συνέδριο στη Σαμοθράκη το προσεχές Σαββατοκύριακο που διοργανώνει η ΠΟΕΣΥ και η Περιφέρεια Αν. Μακεδονίας και Θράκης. Αν και η επιστήμη είναι ακριβής ως προς τις μετρήσεις και τις μεθοδολογίες της, παραμένει αντικείμενο ερμηνείας το πώς αυτές μεταφράζονται σε πολιτικές αποφάσεις. Η ιστορία του περιβαλλοντικού ζητήματος, όπως η υπόθεση της τρύπας του όζοντος,- που θα αναφερθούμε παρακάτω- δείχνει ότι πίσω από κάθε επιστημονική ανακάλυψη υπάρχει και μια διαπραγμάτευση για το ποια αλήθεια θα αναδειχθεί και ποια θα μείνει στη σκιά.
Στην επιστήμη η ακρίβεια των όρων έχει μεγάλη σημασία. Ωστόσο, όταν οι όροι περνούν στον δημόσιο διάλογο και στη σφαίρα της πολιτικής η των ΜΜΕ , φορτίζονται με νοήματα που ξεπερνούν τα όρια της φυσικής περιγραφής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση του όρου «κλιματική κρίση» αντί του κλασικού και επιστημονικά ουδέτερου όρου «κλιματική αλλαγή». Ενώ η «αλλαγή» περιγράφει μια φυσική διαδικασία που υπήρχε ανέκαθεν στην ιστορία του πλανήτη – από τις παγετώδεις περιόδους μέχρι τις θερμές μεσοπαγετώδεις φάσεις – ο όρος «κρίση» αποσκοπεί στη δημιουργία μιας αίσθησης επείγοντος και συναγερμού. Η επιλογή αυτή δεν είναι επιστημονική· είναι πολιτική. Ο Ηράκλειτος έθεσε πριν από 2.500 χρόνια το θεμέλιο της αντίληψης ότι η φύση βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή: «Τα πάντα ρει». Αυτό ισχύει και για το κλίμα. Ο πλανήτης Γη ουδέποτε υπήρξε σε «σταθερή ισορροπία». Το κλίμα αλλάζει συνεχώς, άλλοτε με πιο αργούς και άλλοτε με πιο απότομους ρυθμούς. Η επιστημονική ονομασία «climate change» (κλιματική αλλαγή), που καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1980, αποδίδει ακριβώς αυτήν την πραγματικότητα: το κλίμα μεταβάλλεται, και σήμερα οι μεταβολές αυτές επιταχύνονται.
Ωστόσο, υπάρχει μια παράλληλη και συχνά αποσιωπημένη πραγματικότητα: Οι ανθρώπινες απώλειες από φυσικές καταστροφές έχουν μειωθεί δραματικά σε σχέση με τον 20ό αιώνα.
Οι οικονομικές απώλειες, αντίθετα, αυξάνονται, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης αξίας των υποδομών και της συγκέντρωσης πληθυσμού σε ευάλωτες περιοχές. Έτσι, ενώ η λέξη «κρίση» θα δικαιολογούνταν αν μιλούσαμε για εκατομμύρια θανάτους, στην πραγματικότητα μιλάμε περισσότερο για οικονομικές επιπτώσεις και κοινωνικές προσαρμογές. Αυτή η «δυσαναλογία» είναι που «φρικάρει» – για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη λέξη – τους πολιτικούς.
Στην περίπτωση του περιβάλλοντος, η μετάβαση από τον όρο «κλιματική αλλαγή» στον όρο «κλιματική κρίση» αντικατοπτρίζει μια πολιτική επιλογή. Η επιστήμη μελετά τη μεταβολή· η πολιτική επιλέγει να τη χαρακτηρίσει «κρίση» για να δικαιολογήσει στρατηγικές και αποφάσεις. Ορθότερο είναι να μιλάμε για «κλιματική αλλαγή», αναγνωρίζοντας ότι το κλίμα πάντα θα μεταβάλλεται, και ότι το ζητούμενο είναι η προσαρμογή της κοινωνίας και η μείωση των ανθρωπογενών πιέσεων. Η αλήθεια είναι σύνθετη: η φύση αλλάζει διαρκώς· η κρίση βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο που οι άνθρωποι επιλέγουν να τη διαχειριστούν
Το Όριο της Επιστημονικής Αλήθειας
Παρά την ισχυρή τεκμηρίωση, η επιστημονική αλήθεια δεν είναι ποτέ απολύτως «καθαρή». Η επιστήμη είναι μέθοδος διερεύνησης, όχι δόγμα. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπεράσματά της είναι πάντοτε υπό αίρεση, έτοιμα να αναθεωρηθούν εάν προκύψουν νέα δεδομένα. Στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής, το κυρίαρχο αφήγημα είναι ότι η αύξηση της θερμοκρασίας οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις ανθρώπινες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ωστόσο, είναι επίσης γνωστό ότι το κλίμα της Γης επηρεάζεται από φυσικούς παράγοντες όπως οι μεταβολές της ηλιακής δραστηριότητας, οι ηφαιστειακές εκρήξεις μεγάλης κλίμακας και οι φυσικοί κύκλοι μεταβολών στην τροχιά και στον άξονα της Γης (Milankovitch cycles). Η σημερινή επιστημονική συναίνεση δεν αγνοεί αυτούς τους παράγοντες. Αντιθέτως, τους ενσωματώνει στα μοντέλα και καταλήγει ότι, αν και παίζουν ρόλο, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τη ραγδαία άνοδο των τελευταίων 150 ετών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η συζήτηση για τον βαθμό συμβολής τους είναι αχρείαστη.
Η Περίπτωση της Τρύπας του Όζοντος
Ένα ιστορικό παράδειγμα που δείχνει πώς η επιστημονική αλήθεια αλληλεπιδρά με την πολιτική είναι η υπόθεση της τρύπας του όζοντος. Στη δεκαετία του 1980, η ανακάλυψη ότι οι χλωροφθοράνθρακες (CFCs) διασπούν το στρώμα του όζοντος οδήγησε σε διεθνή κινητοποίηση και τελικά στο Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ (1987), το οποίο επέβαλε την σταδιακή κατάργηση αυτών των ουσιών. Ήταν μια ιστορική επιτυχία: η διεθνής κοινότητα αντέδρασε συλλογικά σε μια επιστημονική ανακάλυψη και πέτυχε την αποκατάσταση της ισορροπίας. Όμως, λιγότερο συζητήθηκε ο ρόλος των στρατοσφαιρικών πτήσεων, όπως των αεροσκαφών , που επίσης συνεισέφεραν στην αποδόμηση του όζοντος. Αν είχε επιλεγεί η «εύκολη» λύση να περιοριστούν οι πτήσεις υψηλού ύψους, ίσως η τεχνολογική αλλαγή να μην είχε πάρει τόσο γενικευμένες διαστάσεις. Αυτό δείχνει ότι η επιστήμη συχνά παρουσιάζει μέρος της αλήθειας, ενώ οι πολιτικές αποφάσεις καθορίζουν ποια όψη αυτής θα γίνει αποδεκτή.
Ο Ρόλος της Πολιτικής Ρητορικής
Η επιστήμη δεν είναι αποκομμένη από πολιτικά συμφραζόμενα. Τα ερευνητικά προγράμματα χρηματοδοτούνται, οι προτεραιότητες καθορίζονται, και οι «λύσεις» που προτείνονται συχνά έχουν πολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα. Η αλλαγή τεχνολογίας στην υπόθεση του όζοντος δεν ήταν μόνο περιβαλλοντική ανάγκη, αλλά και ευκαιρία για βιομηχανική καινοτομία. Το βασικό ζήτημα είναι ότι καμία επιστημονική εξήγηση δεν εξαντλεί την πραγματικότητα. Η επιστήμη μπορεί να καταγράψει με ακρίβεια τη θέρμανση του πλανήτη και να αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος της σε ανθρωπογενείς παράγοντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι αμελητέοι. Ούτε σημαίνει ότι οι πολιτικές αποφάσεις που προκύπτουν από την επιστημονική γνώση είναι ουδέτερες. Η επιστήμη αξίζει σεβασμό γιατί προσφέρει το πιο αξιόπιστο εργαλείο κατανόησης του φυσικού κόσμου. Αλλά η κοινωνία πρέπει να αναγνωρίζει ότι πίσω από κάθε επιστημονικό εύρημα υπάρχει ένα πεδίο πολιτικής διαπραγμάτευσης για το ποια λύση θα προκριθεί, ποια συμφέροντα θα θιγούν και ποια θα ωφεληθούν. Βέβαια όλοι πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η αμφισβήτηση της επιστήμης μπορεί να εξυπηρετήσει ενίοτε οικονομικά συμφέροντα, να κινητοποιήσει συγκεκριμένα εκλογικά ακροατήρια ή να υποβαθμίσει διεθνείς δεσμεύσεις.
Η αντιπαράθεση γύρω από την κλιματική αλλαγή, (και όχι κρίση) δείχνει δύο πράγματα. Η επιστημονική γνώση είναι αξιόπιστη και αποδεδειγμένα έχει προβλέψει με ακρίβεια τις μεγάλες τάσεις της παγκόσμιας θέρμανσης. αλλά η επιστήμη από μόνη της δεν αρκεί για να διαμορφώσει πολιτικές. Οι αποφάσεις που ακολουθούν έχουν πολιτικό χαρακτήρα και συχνά προβάλλουν μόνο μέρος της αλήθειας. Η υπεράσπιση της επιστήμης απέναντι στην άρνηση και τη δημαγωγία είναι απαραίτητη. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται και κριτική ματιά, ώστε να κατανοούμε ότι πίσω από κάθε «αντικειμενικό» δεδομένο υπάρχει ένα σύστημα αξιών, συμφερόντων και πολιτικών επιλογών. Η πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής είναι αδιαμφισβήτητη· η αλήθεια για το πώς θα την αντιμετωπίσουμε, όμως, είναι πιο σύνθετη και πολυδιάστατη.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Πρώην Υποδιοικητής της ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Αξιέπαινη προσπάθεια κ. Κολυδά για να θέσετε το ζήτημα σε μία ρεαλιστική και ορθολογική βάση.
Όμως, εγώ, προσωπικά, θα το πήγαινα πιο μακριά. Και ο λόγος είναι ότι η επιστήμη και η τεχνολογία θεμελιώνονται στην κοινωνική θέσμιση. Μία αλλαγή στο επιστημονικό παράδειγμα, αν π.χ.προέκυπτε μία συνολική μεταβολή στην κοσμοθεωρία, τον πολιτισμό, την κοινωνία, και μια εκ βάθους μεταβολή στο κυρίαρχο μοντέλο της οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας και πραγματικότητας, θα άλλαζε και η φύση της επιστήμης. Και αν αυτό, συνέβαινε, μία δηλαδή παραδειγματική μετατόπιση, πολύ πιθανό τα συμπεράσματα της επιστήμης σε ένα σωρό από επιστημονικά προβλήματα να ήταν τελείως διαφορετικά.
Ακόμα κι αν τραβήξουμε το σχοινί, και θεωρήσουμε σίγουρη την ανθρώπινη αιτία επιδείνωσης του κλίματος, είναι σε σχέση με άλλους παράγοντες -φυσικούς- πιο ασήμαντη.
Φυσικά, ουδείς εχέφρων νους, δεν αμφισβητεί την γενικότερη οικολογική καταστροφή που προκαλεί αυτό που λέμε “οικονομική ανάπτυξη”. Άλλωστε, αυτό το γεγονός ήταν και η αιτία που αμφισβητήθηκε το κεντρικό δόγμα του Διαφωτισμού, δηλαδή η διαδικασία μιας αέναης προόδου και βελτίωσης της ανθρώπινης κατάστασης με τη συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (άρα με την εργαλειακή εκμετάλλευση της φύσης από τον άνθρωπο).
Το να ασχολούμαστε με το κλίμα, είναι το πιο “ανώδυνο”, ιδίως έτσι όπως εμφανίζεται στα ΜΜΕ, στην πολιτική, αλλά και στους ίδιους τους επιστήμονες και τους διεθνείς οργανισμούς σε σύγκριση, με άλλες αιτίες, που αποδεδειγμένα ρυπαίνουν και καταστρέφουν το περιβάλλον.