Συνεχίζουμε την ενημέρωσή σας , με τις νεότερες ensemble προγνώσεις ECMWF ENS και GEFS για το διάστημα 27 Αυγούστου–5 Σεπτεμβρίου οι οποίες δίνουν πλέον μια αρκετά ενδιαφέρουσα εικόνα για τη μετάβαση από το τέλος του Αυγούστου στις πρώτες ημέρες του φθινοπώρου.

Για την ανάλυση χωρίσαμε τη χώρα σε έξι μεγάλες περιοχές και χρησιμοποιήσαμε έξι αντιπροσωπευτικές πόλεις σε καθεμία, ώστε η περιφερειακή τάση να μην προκύπτει από ένα μόνο σημείο.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν έχουμε την ίδια εικόνα σε ολόκληρη τη χώρα. Η ζέστη παραμένει περισσότερο αισθητή στα ηπειρωτικά, με τη Δυτική και την Κεντρική Ελλάδα να παρουσιάζουν τα ισχυρότερα θερμά σήματα, ενώ Αιγαίο και βόρεια χώρα εμφανίζουν σαφώς ηπιότερη συμπεριφορά. Παράλληλα, το σήμα βροχής ενισχύεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και τοπικά στην Πελοπόννησο, χωρίς όμως να διαμορφώνεται από τα σημερινά στοιχεία μια γενικευμένη βροχερή περίοδος.
Χρειάζεται πάντως προσοχή στην ανάγνωση των διαγραμμάτων: ECMWF ENS και GEFS παρουσιάζουν σε ορισμένες περιοχές σημαντικές αποκλίσεις, κυρίως ως προς την ένταση της ζέστης. Αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της ensemble προσέγγισης: αντί να επικεντρωνόμαστε σε μία «απόλυτη» τιμή, παρακολουθούμε το εύρος των πιθανών εξελίξεων και το πόσο σταθερό είναι το προγνωστικό σήμα.
Βόρεια Ελλάδα – Περισσότερη αστάθεια, χωρίς επίμονη μεγάλη ζέστη

Η εικόνα της Βόρειας Ελλάδας είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της σταδιακής αλλαγής εποχής. Το ECMWF ENS κρατά την περιφερειακή διάμεσο της μέγιστης θερμοκρασίας κυρίως γύρω στους 30–32,5°C, ενώ το GEFS εμφανίζεται θερμότερο σε ορισμένες ημέρες και δίνει μεγαλύτερες πιθανότητες υπέρβασης των 35°C. Οι διαφορές είναι εμφανείς και στις πόλεις. Στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, το ECMWF δίνει διάμεσο Tmax μέσα στο δεκαήμερο περίπου 30,0–35,4°C, ενώ σε Κοζάνη και Φλώρινα οι νύχτες γίνονται αισθητά δροσερότερες. Το σημαντικότερο στοιχείο εδώ είναι όμως ο υετός. Η Κοζάνη εμφανίζει στο ECMWF διάμεσο δεκαήμερο ύψος περίπου 8 mm, η Καβάλα περίπου 7 mm και η Φλώρινα περίπου 6 mm, με αρκετά μεγαλύτερα ποσά στα ανώτερα σενάρια. Στην Καβάλα μάλιστα τουλάχιστον μία ημέρα του δεκαημέρου εμφανίζει πολύ ισχυρό σήμα για μετρήσιμο υετό. Συμπέρασμα: η Βόρεια Ελλάδα έχει το πιο σαφές σήμα για κατά διαστήματα αστάθεια και μικρότερη εμμονή της ζέστης.
Κεντρική Ελλάδα – Η ζέστη παραμένει στο προσκήνιο

Εδώ η εικόνα αλλάζει αισθητά. Η Κεντρική Ελλάδα παραμένει μία από τις περιοχές όπου η θερμή περίοδος διατηρεί ισχυρό αποτύπωμα. Το ECMWF ENS φτάνει σε μέγιστη περιφερειακή διάμεσο περίπου 35,9°C, ενώ το GEFS ανεβάζει το αντίστοιχο σήμα έως περίπου 38,8°C. Μάλιστα το GEFS εμφανίζει σημαντικές πιθανότητες για πολύ υψηλές θερμοκρασίες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι ακραίες τιμές αποτελούν το επικρατέστερο σενάριο. Σε επίπεδο πόλεων ξεχωρίζουν Λάρισα, Τρίκαλα, Καρδίτσα και Λαμία. Στη Λαμία το ECMWF δίνει διάμεσο Tmax έως 38,1°C, ενώ σε Τρίκαλα και Καρδίτσα το GEFS ανεβάζει το άνω όριο της διάμεσης πρόγνωσης πάνω από τους 40°C. Η απόκλιση αυτή μεταξύ των δύο συστημάτων είναι σημαντική και επιβάλλει επιφυλακτική ανάγνωση των υψηλότερων σεναρίων. Ο υετός γενικά παραμένει περιορισμένος, αν και Λαμία και Λιβαδειά εμφανίζουν κάποια μεγαλύτερα περιθώρια εκδήλωσης βροχής. Συμπέρασμα: η Κεντρική Ελλάδα είναι μία από τις περιοχές που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ως προς τη ζέστη, αλλά το εύρος αβεβαιότητας παραμένει μεγάλο.
Δυτική Ελλάδα – Ήπειρος: το ισχυρότερο θερμό σήμα

Η Δυτική Ελλάδα παρουσιάζει ίσως το πιο συνεπές θερμό σήμα μεταξύ ECMWF και GEFS. Η μέγιστη περιφερειακή διάμεσος Tmax βρίσκεται περίπου στους 37,5°C και στα δύο συστήματα, ενώ οι πιθανότητες υπέρβασης των 35°C είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Τοπικά οι τιμές ανεβαίνουν περισσότερο. Στο ECMWF η διάμεση Tmax φτάνει περίπου στους 37,6°C στην Άρτα, 37,8°C στο Αγρίνιο, 37,3°C στην Πάτρα και 38,2°C στο Μεσολόγγι. Το GEFS είναι ακόμη θερμότερο σε Αγρίνιο και Μεσολόγγι, όπου τα ανώτερα επίπεδα της διάμεσης πρόγνωσης ξεπερνούν τους 40°C. Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι νύχτες. Πάτρα, Αγρίνιο και Μεσολόγγι παρουσιάζουν αρκετά υψηλές ελάχιστες, στοιχείο που αυξάνει τη θερμική επιβάρυνση όταν συμπίπτει με τις θερμότερες ημέρες. Ο υετός είναι γενικά περιορισμένος, με κάποια μεγαλύτερη πιθανότητα κυρίως προς την Ήπειρο. Συμπέρασμα: πρόκειται για την περιοχή με το πιο καθαρό σήμα παρατεταμένης ισχυρής ζέστης, χωρίς όμως να πρέπει από τώρα να μετατρέψουμε τα υψηλότερα ensemble σενάρια σε βεβαιότητα.
Αττική – Ανατολική Στερεά – Εύβοια: ζέστη, αλλά μεγάλη διαφορά ECMWF–GEFS

Στην Αττική και την Ανατολική Στερεά η απόκλιση των δύο μοντέλων είναι αξιοσημείωτη. Το ECMWF ENS φτάνει σε μέγιστη περιφερειακή διάμεσο 35,3°C, ενώ το GEFS περιορίζεται περίπου στους 31,4°C. Στην Αθήνα το ECMWF δίνει διάμεσο εύρος Tmax μέσα στο δεκαήμερο 31,7–36,5°C, ενώ το GEFS 30,3–35,1°C. Στην Ελευσίνα το ECMWF φτάνει έως τους 38°C, επιβεβαιώνοντας τη γνωστή μεγαλύτερη θερμική επιβάρυνση της δυτικής Αττικής. Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι ελάχιστες θερμοκρασίες. Η πιθανότητα θερμής νύχτας, με Tmin ≥25°C, φτάνει περιφερειακά έως 83% στο ECMWF σε κάποια ημέρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η περιοχή θα έχει τροπικές νύχτες, αλλά ότι το σήμα για υψηλές ελάχιστες είναι αξιοσημείωτο. Από πλευράς υετού το σήμα είναι πολύ ασθενές. Συμπέρασμα: η ζέστη παραμένει, ιδιαίτερα στα περισσότερο επιβαρυμένα τμήματα της Αττικής, αλλά η διαφορά ECMWF–GEFS δεν επιτρέπει ακόμη ασφαλή εκτίμηση για την ακριβή έντασή της.
Πελοπόννησος – Κρήτη: θερμότερη η ηπειρωτική Πελοπόννησος

Η ομαδοποίηση Πελοποννήσου και Κρήτης αποκαλύπτει έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Η μεγαλύτερη ζέστη εντοπίζεται στα ηπειρωτικά τμήματα της Πελοποννήσου και όχι στα παράκτια και νησιωτικά σημεία. Η Σπάρτη ξεχωρίζει, με διάμεσο Tmax που φτάνει περίπου 37,2°C στο ECMWF και 37,6°C στο GEFS. Η Τρίπολη κινείται χαμηλότερα θερμοκρασιακά, αλλά παρουσιάζει το σημαντικότερο σήμα υετού: το ECMWF δίνει διάμεσο δεκαήμερο άθροισμα περίπου 9 mm και P90 περίπου 18 mm. Η Κρήτη εμφανίζεται σαφώς ηπιότερη, ιδιαίτερα στα Χανιά και στο Ηράκλειο, αν και υπάρχουν αισθητές αποκλίσεις ECMWF–GEFS. Ο υετός στην Κρήτη παραμένει ουσιαστικά πολύ περιορισμένος. Συμπέρασμα: η θερμή τάση αφορά περισσότερο την Πελοπόννησο, ενώ η Κρήτη εμφανίζει περισσότερο θαλάσσιο και συγκρατημένο θερμοκρασιακό χαρακτήρα.
Νησιά Αιγαίου – Δωδεκάνησα: η θάλασσα περιορίζει τις μέγιστες, αλλά κρατά ψηλά τις νύχτες

Στο Αιγαίο η κατάσταση είναι διαφορετική από την ηπειρωτική χώρα. Οι μέγιστες θερμοκρασίες είναι γενικά χαμηλότερες, αλλά οι ελάχιστες παραμένουν υψηλές. Το ECMWF δίνει μέγιστη περιφερειακή διάμεσο Tmax περίπου 32,9°C, ενώ το GEFS μόλις 28,8°C, μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των δύο συστημάτων. Σε επίπεδο πόλεων, ECMWF και GEFS αποκλίνουν αρκετά σε Χίο, Νάξο και Κω. Το ECMWF φτάνει τη διάμεση Tmax έως 36,5°C στη Χίο και 36,2°C στην Κω, ενώ το GEFS παραμένει αρκετά χαμηλότερα. Αντίθετα, οι υψηλές νυχτερινές θερμοκρασίες αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της περιοχής. Στο ECMWF η μέγιστη περιφερειακή πιθανότητα Tmin ≥25°C αγγίζει το 88%, ενώ στη Ρόδο η διάμεση Tmin φτάνει έως 28,4°C. Για τον υετό το μήνυμα είναι σαφές: σχεδόν πλήρης απουσία βροχής στο δεκαήμερο. Συμπέρασμα: μικρότερη ημερήσια θερμική ένταση σε σχέση με τα ηπειρωτικά, αλλά αυξημένη δυσφορία σε αρκετά νησιά λόγω των υψηλών νυχτερινών θερμοκρασιών.
Η συνολική εικόνα

Οι ensemble προγνώσεις δεν περιγράφουν ένα ενιαίο θερμικό επεισόδιο ίδιας έντασης σε ολόκληρη τη χώρα. Αντίθετα, αποκαλύπτουν μια έντονα διαφοροποιημένη γεωγραφική εικόνα: η Δυτική και η Κεντρική Ελλάδα κρατούν το ισχυρότερο θερμό σήμα, η Αττική βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση με σημαντική ακόμη αβεβαιότητα, ενώ Βόρεια Ελλάδα και Αιγαίο κινούνται γενικά σε ηπιότερα επίπεδα ως προς τις μέγιστες. Παράλληλα, η Βόρεια Ελλάδα αρχίζει να εμφανίζει περισσότερο «φθινοπωρινά» χαρακτηριστικά, με αυξημένες πιθανότητες βροχής και μεγαλύτερη μεταβλητότητα. Το Αιγαίο, από την άλλη, παραμένει ουσιαστικά ξηρό, με τις υψηλές ελάχιστες θερμοκρασίες να αποτελούν εκεί σημαντικότερο στοιχείο από τις ακραίες μέγιστες. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: όσο προχωρούμε προς το δεύτερο μισό του δεκαημέρου, το εύρος των ensemble σε αρκετές περιοχές μεγαλώνει. Επομένως, δεν πρέπει να απομονώνουμε μία υψηλή τιμή ή ένα ακραίο σενάριο. Παρακολουθούμε τη διάμεσο, τη διασπορά, τις πιθανότητες και —κυρίως— τη συνέπεια των επόμενων προγνωστικών κύκλων.

Αν προστεθούν και τα ensemble των ανέμων, η εικόνα θα γίνει ακόμη πιο ολοκληρωμένη. Ιδίως για το Αιγαίο, η εξέλιξη του μελτεμιού μπορεί να εξηγήσει σε σημαντικό βαθμό τόσο τη συγκράτηση των ημερήσιων μέγιστων όσο και τις τοπικές διαφοροποιήσεις μεταξύ νησιών. Για μια πραγματικά ολοκληρωμένη δεκαήμερη εκτίμηση, θερμοκρασία, υετός και άνεμος πρέπει να διαβάζονται μαζί — και πάντοτε πιθανολογικά, όχι ως μία μοναδική ντετερμινιστική πρόγνωση.
Στον Καφηρέα η εικόνα παραμένει σαφώς δυναμική. Για τις 27–29 Αυγούστου οι μέσοι άνεμοι κινούνται γενικά γύρω στα 4–5 μποφόρ, με το GEFS συστηματικά ισχυρότερο από το ECMWF. Στις 29/8 υπάρχει πρώτη ενίσχυση, ενώ μια πιο αξιόλογη δεύτερη φάση φαίνεται από 2 έως 5 Σεπτεμβρίου. Εκεί το GEFS ανεβάζει τη διάμεσο του μέσου ανέμου κοντά στα 20–24 kt, δηλαδή περίπου 5–6 μποφόρ, και παράλληλα αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα υπέρβασης των 5 και 6 μποφόρ. Το ECMWF είναι πιο συγκρατημένο, αλλά και αυτό δείχνει ενίσχυση μετά τις 2/9. Οι διάμεσες ριπές φτάνουν περίπου τα 35 kt, άρα το διάστημα 4–5 Σεπτεμβρίου θέλει ιδιαίτερη παρακολούθηση. Το βασικό μήνυμα είναι ότι το ισχυρότερο σήμα δεν αφορά τόσο ένα ακραίο επεισόδιο, όσο μια επανενίσχυση του βόρειου ρεύματος με αξιόλογες πιθανότητες για 6 μποφόρ και κατά τόπους ισχυρότερες εξάρσεις. Συνολικά, λοιπόν, ο Καφηρέας παραμένει η περιοχή με το ισχυρότερο και πιο επίμονο ανεμολογικό σήμα, ιδιαίτερα προς τις αρχές Σεπτεμβρίου,
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
