Τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πολλά για τη λειψυδρία, ιδίως στα νησιά του Αιγαίου. Άλλοτε το θέμα επανέρχεται με αφορμή μια παρατεταμένη ανομβρία, άλλοτε μετά από μια απότομη αύξηση της κατανάλωσης λόγω τουρισμού και άλλοτε ύστερα από ένα έντονο πλημμυρικό επεισόδιο, όπου μεγάλες ποσότητες νερού καταλήγουν ανεκμετάλλευτες στη θάλασσα. Μπορεί φέτος τα πράγματα να πήγαν πολύ καλά , αλλά το ουσιαστικό ερώτημα, δεν είναι μόνο αν λείπει το νερό. Είναι κυρίως αν γνωρίζουμε πόσο νερό έχουμε, πόσο χάνουμε, πόσο καταναλώνουμε και με ποιον τρόπο μπορούμε να το αξιοποιήσουμε καλύτερα. Η λειψυδρία δεν είναι πλέον ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Όπως προκύπτει και από τις επισημάνσεις του καθηγητή Δημήτρη Εμμανουλούδη του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα για μεγάλο μέρος του νησιωτικού χώρου. Η φυσική ανεπάρκεια νερού συναντά την υπερκατανάλωση, την τουριστική πίεση, τις μικρές λεκάνες απορροής, την περιορισμένη υπόγεια αποθήκευση και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Τα νησιά δεν έχουν όλα τις ίδιες δυνατότητες. Άλλα έχουν ελάχιστες βροχοπτώσεις και μικρή δυνατότητα ταμίευσης, ενώ άλλα, όπως η Άνδρος, διαθέτουν πιο ευνοϊκό υδρολογικό ισοζύγιο, μεγαλύτερο ανάγλυφο, πηγές, ρέματα και ιστορική παράδοση στη συλλογή νερού.

Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος του νερού της βροχής εξακολουθεί να χάνεται. Σε έντονα επεισόδια, το νερό κινείται γρήγορα επιφανειακά, ακολουθεί τις φυσικές ροές, φορτίζει ρέματα και χαμηλές περιοχές και τελικά καταλήγει στη θάλασσα. Έτσι, το ίδιο νερό που τον χειμώνα μπορεί να προκαλέσει πλημμυρικά προβλήματα, το καλοκαίρι απουσιάζει από τις δεξαμενές, τις γεωτρήσεις και τα δίκτυα ύδρευσης. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ιδέας της υδατικής αναστροφής: το πλημμυρικό νερό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως κίνδυνος, αλλά ως πολύτιμος πόρος που μπορεί να συγκρατηθεί, να επιβραδυνθεί, να αποθηκευτεί και να αξιοποιηθεί την περίοδο της μεγάλης ζήτησης.
Σε αυτή ακριβώς τη λογική εντάσσεται το έργο WATERWISE, που αναπτύσσεται από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τρεις εταιρείες πληροφορικής. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη θεωρητική προσέγγιση γύρω από τη λειψυδρία, αλλά για μια προσπάθεια δημιουργίας μιας ψηφιακής πλατφόρμας που θα βοηθά τους φορείς διαχείρισης νερού να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις. Η πλατφόρμα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα «έξυπνο εργαλείο» για τις ΔΕΥΑ και τους τοπικούς φορείς, αποτυπώνοντας το υδατικό ισοζύγιο κάθε περιοχής. Μέσω της συνδυαστικής αξιοποίησης δεδομένων, τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και προγνωστικών αλγορίθμων, το έργο προσφέρει ουσιαστικές λύσεις σε προβλήματα που σχετίζονται με την αβεβαιότητα της υδατικής διαθεσιμότητας, τις αυξανόμενες καταναλωτικές πιέσεις και την ανάγκη βιώσιμου σχεδιασμού. Η κοινωνική επίδραση του έργου είναι εξίσου σημαντική. Η εφαρμογή του “WATERWISE” συμβάλλει άμεσα στην ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας, στην εξοικονόμηση φυσικών πόρων και στην ενδυνάμωση της συμμετοχικής διαχείρισης των υδάτων», καταλήγουν τα μέλη της ομάδας. Για την αξιοποίηση του έργου έχει δημιουργηθεί ειδικό ερωτηματολόγιο .
Η αξία του WATERWISE βρίσκεται στο ότι δεν εξετάζει το νερό αποσπασματικά. Δεν περιορίζεται στο ερώτημα «πόσο έβρεξε» ή «πόσο νερό υπάρχει σήμερα στις γεωτρήσεις». Συνδυάζει τις εισροές —βροχοπτώσεις, ταμιευτήρες, γεωτρήσεις, επιφανειακά και υπόγεια αποθέματα— με τις εκροές, δηλαδή την κατανάλωση από κατοίκους, τουρισμό, γεωργία, κοινόχρηστες χρήσεις και άλλες ανάγκες. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εκτιμά πού δημιουργείται έλλειμμα, ποια περίοδο εμφανίζεται η μεγαλύτερη πίεση και ποια έργα ή παρεμβάσεις έχουν πραγματικό νόημα. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η διάσταση του τουριστικού υδατικού αποτυπώματος. Στα νησιά, ο πραγματικός πληθυσμός του καλοκαιριού δεν έχει καμία σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό του χειμώνα. Ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα, Airbnb, πισίνες, κήποι, καθαρισμοί και αυξημένες ανάγκες ύδρευσης δημιουργούν μια ζήτηση που συχνά δεν έχει μετρηθεί με ακρίβεια. Αν δεν γνωρίζουμε πόσο νερό καταναλώνεται, από ποιον και πότε, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε σοβαρή πολιτική διαχείρισης. Το WATERWISE έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό: να μετατρέψει τις γενικές διαπιστώσεις σε αριθμούς, σενάρια και προτάσεις.

Οι λύσεις που συνδέονται με αυτή τη νέα φιλοσοφία δεν είναι απαραίτητα μεγάλα και ακριβά έργα. Αντίθετα, συχνά απαιτούνται μικρές, στοχευμένες και τοπικά προσαρμοσμένες παρεμβάσεις: ομβροπλατείες, μικροί ταμιευτήρες, δεξαμενές, αναβίωση παραδοσιακών στερνών, υπερπηδητά και σχαρωτά φράγματα, έργα ανάσχεσης της απορροής και εμπλουτισμού των υπόγειων υδροφορέων. Ο στόχος δεν είναι να σταματήσει βίαια η ροή του νερού, αλλά να μειωθεί η ταχύτητά του, να περιοριστεί η διαβρωτική του δύναμη και να δοθεί χρόνος στο έδαφος να το απορροφήσει ή στις υποδομές να το αποθηκεύσουν. Στις αρχές του Οκτωβρίου είχαμε αναφερθεί αναλυτικά για το θέμα αυτό δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στρην Άνδρο. Η Άνδρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα νησιού όπου αυτή η λογική μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διαθέτει υψηλότερο μέσο ετήσιο ύψος βροχής σε σχέση με πολλά άλλα νησιά των Κυκλάδων, πηγές, ρέματα και έντονο ανάγλυφο. Ιστορικά, οι κάτοικοι αξιοποιούσαν το βρόχινο νερό μέσα από στέρνες και μικρές δεξαμενές, ενσωματωμένες στην αγροτική και οικιακή ζωή. Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτής της παράδοσης έχει εγκαταλειφθεί, ενώ αρκετό νερό εξακολουθεί να χάνεται επιφανειακά. Η επαναφορά αυτής της λογικής, με σύγχρονα εργαλεία και επιστημονική τεκμηρίωση, μπορεί να ενισχύσει την αυτάρκεια του νησιού και να μειώσει την πίεση στα δίκτυα ύδρευσης.
Το WATERWISE, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην επιστήμη, την τοπική αυτοδιοίκηση και την κοινωνία. Από τη μία πλευρά προσφέρει δεδομένα, σενάρια και τεχνική υποστήριξη. Από την άλλη, βοηθά να περάσουμε από τη γενική ανησυχία για τη λειψυδρία σε συγκεκριμένες αποφάσεις: πού συμφέρει να γίνει ταμίευση, πού χρειάζεται εμπλουτισμός υδροφορέων, πού πρέπει να περιοριστούν οι απώλειες, πώς μπορεί να υπολογιστεί η μελλοντική ζήτηση και ποια έργα έχουν προτεραιότητα. Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: η λειψυδρία δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αφαλατώσεις, νέες γεωτρήσεις ή έκτακτα μέτρα όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο. Χρειάζεται πρόληψη, μέτρηση, σχεδιασμός και αλλαγή νοοτροπίας. Το νερό που πέφτει από τον ουρανό δεν είναι «περίσσευμα» που πρέπει να φύγει γρήγορα προς τη θάλασσα. Είναι πόρος ζωής. Και σε μια εποχή κλιματικής αστάθειας, κάθε νησί που μαθαίνει να κρατά, να μετρά και να αξιοποιεί το νερό του, γίνεται πιο ανθεκτικό, πιο αυτόνομο και πιο έτοιμο για το μέλλον.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Υποδιοικητής και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
© Το κείμενο διατίθεται με άδεια CC BY-ND 4.0. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή και χωρίς τροποποίηση του περιεχομένου.
