«Τα πεύκα είναι οι μεγάλοι ένοχοι: Έχουμε μια μανία με τα πεύκα. Τα φυτεύουμε παντού. Στα στρατόπεδα τα βάζουν δίπλα στις πυριτιδαποθήκες. Τα πεύκα όμως έχουν ένα… μειονέκτημα. Χρειάζονται, προκαλούν τη φωτιά. Ανήκει στο DΝΑ τους. Στο Πήλιο, που δεν έχει πεύκα, πήγαν οι δασολόγοι και φύτεψαν. Τα πεύκα αυτά έχουν καεί έως τώρα τρεις φορές. Στην Πάρνηθα τα πεύκα έκαψαν τα έλατα. Από τη ρητίνη βγαίνει το εύφλεκτο νέφτι». Αυτά έγραφε στο ιστορικής πλέον σημασίας άρθρο του ο αείμνηστος καθηγητής διαχείρισης οικοσυστημάτων Νίκος Μάργαρης (1943-2013) για τα πεύκα. Με τι θα μπορούσαμε να τα αντικαταστήσουμε;
Η βελανιδιά (δρυς) είναι ένα δέντρο που συνδέεται ιστορικά με την Ελλάδα, δεν είναι εύφλεκτο, φυτρώνει εύκολα έπειτα από πυρκαγιά, αλλά προτιμούνται τα πεύκα στις αναδασώσεις, τα οποία είναι ό,τι πρέπει για γρήγορες εξαπλώσεις μεγαλειώδους εκτάσεως και εντάσεως πυρκαγιών.
Στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 10 Σεπτεμβρίου 2009 δημοσιεύτηκε άρθρο που, μεταξύ άλλων, αποκάλυπτε ότι στα αρμόδια γραφεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης είχε κατατεθεί πρόταση για την αποκατάσταση των περιοχών που κάηκαν στις πυρκαγιές της Αττικής με βελανιδιές. Αυτή η πρόταση είχε υιοθετηθεί και από την Πανελλήνια Ένωση Δασολόγων. Ο κ. Βαγγέλης Ευθυμίου, συντάκτης της πρότασης, είχε πει στην εφημερίδα ότι «τα περισσότερα είδη βελανιδιάς καίγονται πιο δύσκολα από τα πεύκα που επικρατούν στα δάση της Αττικής, ενώ χάρη στο τεράστιο ριζικό σύστημα που αναπτύσσει (σ.σ.: μπορεί να φτάσει έως τα 10 μέτρα βάθος) η βελανιδιά λειτουργεί και σαν μια μεγάλη αποθήκη νερού. Με τη διαπνοή των φύλλων αυξάνει την υγρασία στο περιβάλλον και ταυτόχρονα ψύχει την ατμόσφαιρα. Έτσι, σε μεγάλες εκτάσεις γύρω από την Αττική (και όχι μόνο) θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να λειτουργήσει ως το τέλειο κλιματιστικό για το λεκανοπέδιο».
Επίσης, στην ιστοσελίδα του Συλλόγου Φίλων της Βελανιδιάς και Περιβάλλοντος Αμαδρυάδα, αναφέρεται ότι «λόγω του εκτεταμένου ριζικού συστήματος τα άτομα της βελανιδιάς φύονται σε αραιές αποστάσεις μεταξύ τους, γεγονός που επιτρέπει ενδιάμεσα την ανάπτυξη πολύ πλούσιας θαμνώδους και ποώδους βλάστησης, λόγω των εξαιρετικών συνθηκών και του μικροκλίματος που επικρατεί εκεί». Αφού διαπράξαμε όλα τα λάθη, ας κάνουμε επιτέλους το σωστό.
Η βελανιδιά (Δρυς) είναι δέντρο ψηλό, αιωνόβιο που βρίσκεται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Τα κυριότερα είδη βελανιδιάς που βρίσκονται στην Ελλάδα είναι η δρυς η χνοώδης που φτάνει τα 20 μέτρα σε ύψος και αναπτύσσεται ακόμη και σε φτωχά εδάφη, αβαθή και σχετικά ξηρά ενώ αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες και τους παγετούς, η πλατύφυλλη δρυς που φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και αντέχει στους παρατεταμένους παγετούς και στους δυνατούς ανέμους, η ήμερη βελανιδιά που φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και βρίσκεται σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον, η δρυς η έμμισχος που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση και βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800 – 1000 μέτρα, η δρυς η Μακεδονική που φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, η δρυς η κηρρίς, γνωστή και με τις ονομασίες “τσέρο” και “ρουπάκι” η οποία βρίσκεται αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα, η δρυς η άμισχος, το πουρνάρι (δρυς η κοκκοφόρος) είναι θαμνώδης αείφυλλος σκληρόφυλλος θάμνος, κ.α.
Η βελανιδιά ή βαλανιδιά (επιστ. Δρυς, Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των Φηγοειδών (Fagaceae), αποτελείται από 428 αυτοφυή είδη στο βόρειου ημισφαίριου της γης. Είναι το κατ’ εξοχήν δένδρο των Εθνικών μας Δρυμών. Δένδρο ψηλό με γερές ρίζες και αιωνόβιο, με διάρκεια ζωής έως 600 χρόνια. Οι καρποί της, οι δρυοβέλανοι, όταν πέσουν στο έδαφος, έχουν γεύση κάστανου και διατηρούν τη βλαστική τους ικανότητα, χρειάζονται όμως υγρασία και πολύ φως για να βλαστήσουν. Η χλόη που φυτρώνει στον κορμό του δέντρου παίζει προσανατολιστικό ρόλο. Η βελανιδιά ευδοκιμεί σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές.
🌳🌲ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ vs ΠΕΥΚΟ
✅Από την αρχαιότητα στην Ελλάδα και τις μεσογειακές χώρες, θα έβρισκε κάποιος παντού βελανιδιές (ως θάμνους και ως δέντρα). Η βελανιδιά ήταν τόσο διαδεδομένη που το όνομα της (δρυς), σήμαινε παράλληλα και δέντρο.
✅Σήμερα όλη η Ελλάδα είναι καλυμμένη… pic.twitter.com/ITf81WCLzU— Theodoros Kolydas (@KolydasT) August 14, 2025
ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία οι Δρυάδες ήταν οι γνωστές Νύμφες των Ελληνικών δασών. Τ’ όνομά τους ίσως να προέρχεται από την λέξη Δρυς. Όμως δεν αναφέρονται αυτές οι ονομαστές νύμφες αν και ήσαν γνωστές από τον Όμηρο. Οι Δρυάδες ή Αμαδρυάδες Νύμφες, ζούσαν μέσα στα πυκνά δρυοδάση που προστάτευαν τα ιερά δένδρα. Κατά την μυθολογία, οι Δρυάδες Νύμφες, χαίρονταν με τη βροχή, ενώ όταν η βελανιδιά δεν είχε φύλλα ή δεν καρποφορούσε έκλαιγαν και πέθαιναν, όταν το δένδρο ξεραίνονταν ή κόβονταν. Γι’ αυτό και η υλοτόμηση της βελανιδιάς απαγορευόταν με ειδικούς νόμους. Οι Δρυάδες μαζί με τις Ορειάδες ή Ορεστιάδες, συνόδευαν τους Θεούς του Ολύμπου κυρίως στα όρη και τις χαράδρες και ιδιαίτερα εμπλέκονταν ερωτικά μέσα στα σπήλαια με τους Σειληνούς και τον Ερμή, παίζοντας και αστειευόμενες με τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τον Πρίαπο. Οι Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, Αδρυάδες, ή Δρυμίδες ήταν τύποι νυμφών του δάσους στην Ελληνική Μυθολογία και συχνά συγχέονταν με τις Ναϊάδες και άλλες Νύμφες. Αυτά τα θηλυκά πνεύματα της φύσης πιστεύονταν ότι κατοικούσαν σε δέντρα και σε δάση και φώλιαζαν ιδιαίτερα σε δένδρα δρυς. Υπάρχουν πολλές ιστορίες και μύθοι γι’ αυτά τα περίεργα ατα που φαίνεται ότι αν και πνεύματα, δεν ήταν αθάνατα. Ιδιαίτερα οι Αμαδρυάδες, ήταν πιο ευαίσθητες, γιατί πιστεύονταν ότι η διάρκεια της ζωής τους εξαρτιόταν από την υγεία και καλοζωΐα της βελανιδιάς που τις φιλοξενούσε. Μεταξύ των Δρυάδων γνωστότερες ήταν η Ερατώ, η οποία μαζί με τον Αρκάδα απόκτησε τον Αζάνα, τον Αφείδαντα και τον Έλατον, έτερη η Φιγαλεία και η Τιθορέα εξ’ αυτών δημιουργήθηκαν οι πόλεις της Ηλείας και της Φωκίδας αντίστοιχα, επίσης και η Ευριδίκη που ήταν η σύντροφος του Ορφέα. O Δίας ο θεός του κεραυνού συνδέεται με τη βελανιδιά, η οποία χτυπιέται συχνά από την αστραπή. Η δύναμη από το χτύπημα της αστραπής αφήνει κούφιους κορμούς, που συχνά ξεραίνονται.. Κατά τη διάρκεια του 7ου Σεληνιακού μήνα, οι Δρυΐδες χάραζαν έναν κύκλο στη βελανιδιά, που τον διαιρούσαν σε τέσσερα ίσα μέρη, για να τους προσφέρει προστασία απέναντι στην αστραπή. Αυτή η τακτική λέγεται ότι ακολουθείται ακόμα και σήμερα, όπου συνεχίζουν να χαράζουν αυτό το σύμβολο επάνω στη βαλανιδιά για να αποτρέψουν την καταστροφή του δέντρου. Παρόμοια χρησιμοποιήθηκαν τα βελανίδια, όπου τα χάραζαν και τα πετούσαν επάνω στα κεραμίδια των οικιών τους, για να κρατήσουν την αστραπή μακριά από τα σπίτια. Αλλά δεν ήταν μόνο ο Δίας που συνδέθηκε με την βελανιδιά. Η δρυς ήταν το ιερό δένδρο των αρχαίων Ελλήνων, που τα κλαδιά της θρόιζαν στους χρησμούς του Μαντείου της Δωδώνης. Τα φύλλα της αποτέλεσαν τις διακοσμήσεις χρυσών στεφάνων και ιδίως του χρυσού στεφανιού του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄.
Η βελανιδιά φύεται ανάμεσα σε άλλα φυλλοβόλα δένδρα και θάμνους της ορεινής και ημιορεινής ζώνης ή σχηματίζει αμιγή δάση σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα και ιδίως στην Πελοπόννησο. Η βελανιδιά είναι ένα δέντρο ανθεκτικό και σταθερό. Πράγματι, είναι ένα από τα μακροβιότερα δέντρα, που αναπτύσσονται από γενιά σε γενιά. Για αυτόν τον λόγο, οι παλαιές βελανιδιές είχαν χρησιμοποιηθεί από διάφορες θρησκείες, για τις σημαντικές συνεδριάσεις και τις τελετές. Φυτεύτηκαν για να οριοθετήσουν κυρίως όρια αγρών, εξαιτίας της μακροβιότητας και της ανθεκτικότητάς τους στο πέρασμα των χρόνων. Η βελανιδιά ήταν πηγή τροφής για τους πληθυσμούς της Ευρώπης. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι την σέβονταν από τα βάθη της ιστορίας. H ήμερη βελανιδιά συνήθως φυτρώνει σε χαμηλά σημεία γιατί δεν αντέχει τις παγωνιές. Σήμερα βρίσκεται «υπό καθεστώς διωγμού» υλοτομείται και καταστρέφεται ανελέητα, αφού τα άλλοτε πολύτιμα βελανίδια της δεν έχουν καμία αξία.
Πολιτιστικές πτυχές – Φαρμακευτικές ιδιότητες
Οι νέοι εραστές τοποθετούσαν δύο βελανίδια, που αντιπροσώπευαν το αντικείμενο της αγάπης τους, σε ένα κύπελλο του ύδατος προκειμένου να προβλεφθεί εάν έχουν το μέλλον από κοινού, εάν τα βελανίδια παρασύρουν το ένα προς το άλλο θα παντρέψουν (εάν τοποθετείται πιό κοντά το ένα στο άλλο απ’ ότι στην άκρη του κύπελλου).
Τα φύλλα και ο φλοιός της βελανιδιάς είναι τα κύρια μέρη που χρησιμοποιούνται σαν φαρμακευτικά. Ο χυμός από τη σύνθλιψη των φύλλων μπορεί να εφαρμοστεί επάνω σε πληγές, και το διάλυμα που παράγεται από φύλλα διαποτισμένα με βραστό νερό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανακουφίσει τα ξαναμμένα μάτια, επειδή είναι ικανό ψυκτικό. Χρησιμοποιήστε την ίδια λοσιόν για οποιοδήποτε χτύπημα, γδάρσιμο, ή κάψιμο και ακόμη ως στοματικό διάλυμα για πληγωμένα ούλα. Επίσης ανακουφίζει από τις αιμορροΐδες, τη φλεβίτιδα και τον πονόλαιμο. Το αφέψημα του φλοιού χρησιμοποιείται για να μειώσει τον πυρετό, την διάρροια, τη δυσεντερία, την αμυγδαλίτιδα, τη φαρυγγίτιδα και τη λαρυγγίτιδα. για να φτιάξετε το αφέψημα χρειάζεστε 1 κουταλάκι θρυμματισμένο φλοιό για κάθε φλιτζάνι κρύο νερό. Σιγοβράστε για 5-10 λεπτά. Προτεινόμενη δοσολογία είναι τρεις φορές από ένα ποτήρι κρασί τη μέρα.
Ο φλοιός πρέπει να συλλέγεται από τη βελανιδιά σε μικρά κομμάτια τον Απρίλιο ή τον Μάιο. Σιγουρευτείτε ότι τα κομμάτια είναι λεία και χωρίς λεκέδες. Προσεκτικά αποκόψτε τα από λεία κλαδιά ή από κορμούς μικρότερους των 10 εκατοστών, προσέξτε να μην καταστρέψετε το δέντρο. Ο φλοιός περιέχει δεψίνη που χρησιμοποιείται ευρέως για την παρασκευή δέρματος και σπάγκου.
Ακόμη ένα υποκατάστατο καφέ μπορεί να φτιαχτεί από βελανίδια. Η διαδικασία είναι να αποχωρισθεί η τανίνη να αποξηραθούν οι καρποί, στην συνέχεια να τεμαχιστούν σε μικρά-μικρά κομματάκια και να να ψηθούν (καφουρντιστούν) και ν’ αλεσθούν σε μύλους καφέ. Σε χαλεπούς καιρούς χρησιμοποιήθηκε σε ανάμιξη με καφέ, όπου προσέφερε μια πικρή γεύση αλλά και περίσσια ευωδία.
Ο άνθρωπος και η βελανιδιά
Ο άνθρωπος της υπαίθρου που ζούσε δίπλα στα δρυδάση, χρησιμοποίησε την βελανιδιά ως μέσον επιβίωσης.
Κατ’ αρχήν χρησιμοποίησε το ξύλο για θέρμανση και για διάφορες κατασκευές. Με τους κορμούς της βελανιδιάς έφτιαχνε καταλύματα (καλύβες, λόντζες ή ξυλόντζες), διάφορες κατασκευές, πλοία, σκεπές, πόρτες παράθυρα, τραπέζια, καρέκλες, έπιπλα, βαγένια, βαρέλια, τσότρες, τσίτσες, πατητήρες, κρέμαση μύλου κ.λπ. Επίσης κατασκεύαζε καλύβες για τα ζώα του, φράχτες (παλουκαριές), ποτίστρες, και πλήθος από διάφορες κατασκευές που ήσαν χρήσιμες στην καθημερινότητά του.
Το νεαρό φύλλωμα των δένδρων το χρησιμοποίησε ως ζωοτροφή. Έφτιαχνε ένα τρίποδα ύψους ενός μέτρου περίπου από την επιφάνεια της γής και επάνω τοποθετούσε κλαδιά δένδρου την Άνοιξη που ήσαν τρυφερά και με μια ιδιαίτερη τεχνική τα στοίβαζε το ένα επάνω στο άλλο και έφτιαχνε μια κωνική κατασκευή από κλαδιά με φύλλα. Η τεχνική αυτή δεν επέτρεπε να περάσει νερό και ήλιος στο εσωτερικό της στοίβας, μόνο εξωτερικά επηρεαζόταν, το εσωτερικό έμενε ανέπαφο. Κατά τον χειμώνα που δεν υπήρχαν τροφές για τα ζώα (μηρυκαστικά) τραβούσε κλαδιά από το κάτω μέρος του κώνου και τα τάγιζε. Τα φύλλα των δένδρων (που ήσαν στοιβαγμένα ήσαν καταπράσινα ήταν ένα είδος σημερινής ενσίρωσης) είχαν αρκετές πρωτεΐνες και βιταμίνες και ήταν μια άριστη ζωοτροφή.
Στη χώρα μας έχουν απομείνει λιγοστά αλλά πολύ ενδιαφέροντα δάση βελανιδιάς, ο ρόλος της οποίας σήμερα δεν είναι τόσο οικονομικός, όπως ήταν παλαιότερα αλλά περισσότερο περιβαλλοντικός και οικολογικός. Το είδος αυτό, εκτός από την αισθητική που προσφέρει με την όμορφη ημικυκλική του κόμη, εξασφαλίζει και την οικολογική ισορροπία σε αφιλόξενα για άλλα πλατύφυλλα είδη περιβάλλοντα της πεδινής και ημιορεινής ζώνης. Είναι λιγότερο εύφλεκτο από τα άλλα είδη που αναπτύσσονται στην ίδια ζώνη, ενώ μετά από πυρκαγιά πρεμνοβλαστάνει έντονα. Το γεγονός αυτό συντελεί στη συγκράτηση του εδάφους και στην προστασία του από τη διάβρωση.
Τα βελανίδια, που στο παρελθόν συλλέγονταν όπως στα οπωροφόρα δένδρα για την παραγωγή βυρσοδεψικών ουσιών, σήμερα παραμένουν ανεκμετάλλευτα στο δάσος. Δεν παύουν όμως να αποτελούν πολύτιμη ζωοτροφή και φυτευτικό υλικό, με αυξημένη ζήτηση από τα δασικά φυτώρια της χώρας, καθώς και μια οικολογική παρακαταθήκη για χρήση στη βυρσοδεψία και πάλι κατά τα επόμενα χρόνια. Επίσης ο άνθρωπος χρησιμοποίησε τα κικίδια (καρκινώματα στις άκρες των νεαρών κλαδιών) για την βαφή ρούχων και μαλλιών. Η βελανιδιά παράλληλα είναι είδος που θα μπορούσε άριστα να χρησιμοποιηθεί σε μίξη μ’ άλλα πλατύφυλλα και κωνοφόρα είδη για την αναδάσωση υποβαθμισμένων περιοχών σε συνδυασμό με διάφορα είδη ή και μόνη της.
Δυστυχώς όμως η καταστροφή των δασών βελανιδιάς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, αν και σε μικρότερο βαθμό από πριν. Τα λιγοστά της δάση, λόγω της θέσης τους σε πεδινές και λοφώδεις ημιορεινές θέσεις κοντά σε γεωργικές και κατοικημένες περιοχές, δέχονται ισχυρές πιέσεις από έντονη βόσκηση, λαθροϋλοτομίες και εκχερσώσεις για δημιουργία γεωργικών καλλιεργειών και επέκταση οικιστικών περιοχών, με αποτέλεσμα τη συνεχή συρρίκνωση τους. Το ενδιαφέρον για τα δάση της βελανιδιάς στη νεώτερη Ελλάδα ήταν μεγάλο για τη διατροφή των ζώων, αλλά κυρίως για την παραγωγή και εκμετάλλευση του βελανιδιού στη βαφική και τη βυρσοδεψία.
Η Βελανιδιά ως Εναλλακτική στο Πεύκο: Οικολογική και Πρακτική Αναγκαιότητα για την Ελλάδα
1. Ιστορικό πλαίσιο και αλλαγή στη σύνθεση των δασών
Η ελληνική χερσόνησος, μέχρι και τους νεότερους χρόνους, διέθετε εκτεταμένα δάση πλατύφυλλων ειδών, με κυρίαρχη τη βελανιδιά, την καστανιά και άλλα σκληρόφυλλα. Η βελανιδιά είχε τόσο οικολογική όσο και οικονομική αξία — ξυλεία υψηλής ποιότητας, βελανίδια για διατροφή ζώων και βυρσοδεψία, σκιά για κτηνοτροφία.
Η μαζική υποκατάσταση της βελανιδιάς με πεύκο ξεκίνησε τον 20ό αιώνα, κυρίως λόγω:
Γρήγορης ανάπτυξης του πεύκου, χαμηλού κόστους φύτευσης, χρήσης του ρετσινιού και της ξυλείας σε κατασκευές, εσφαλμένης αντίληψης ότι το πεύκο “πρασινίζει” γρήγορα τις καμένες εκτάσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία εκτεταμένων μονοκαλλιεργειών πεύκου, ευάλωτων σε φωτιές, ασθένειες και ακραία καιρικά φαινόμενα.
2. Οικολογικά πλεονεκτήματα της βελανιδιάς
-
Αντοχή στη φωτιά καθώς η βελανιδιά διαθέτει παχύ φλοιό που προστατεύει τον κορμό και αναβλαστάνει από τις ρίζες μετά από πυρκαγιά, μειώνοντας την ανάγκη τεχνητής αναδάσωσης.
-
Μεγαλύτερη διάρκεια ζωής καθώς ζει από 200 έως και 500 χρόνια, προσφέροντας σταθερότητα στο δασικό οικοσύστημα.
-
Προστασία εδάφους διότι αναπτύσσει βαθιές ρίζες που συγκρατούν το χώμα, περιορίζοντας τη διάβρωση.
-
Πλούσια βιοποικιλότητα διότι υποστηρίζει ευρύτερο φάσμα πανίδας και χλωρίδας σε σχέση με το πεύκο, καθώς το φύλλωμα και οι καρποί της είναι τροφή για πολλά είδη.
-
Αντοχή στην ξηρασία καθώς οι βαθιές ρίζες αντλούν νερό από μεγάλα βάθη, καθιστώντας τη βελανιδιά ανθεκτική σε παρατεταμένες ξηρές περιόδους.
3. Μειονεκτήματα του πεύκου και κίνδυνοι από τη μονοκαλλιέργεια
-
Υψηλή ευφλεκτότητα
-
Η ρητίνη είναι εξαιρετικά εύφλεκτη, με αποτέλεσμα τα πευκοδάση να ανάβουν και να εξαπλώνονται ταχύτατα στις φωτιές.
-
-
Ρηχή ριζοβολία
-
Δεν συγκρατούν καλά το έδαφος, ειδικά σε επικλινείς περιοχές, με κίνδυνο διάβρωσης.
-
-
Ασθένειες και παράσιτα
-
Ευάλωτο σε βαμβακίαση και κάμπια του πεύκου, που αποδυναμώνουν τα δέντρα και βλάπτουν την πανίδα.
-
-
Περιορισμένη σκιά και οργανική ύλη
-
Το έδαφος κάτω από τα πεύκα είναι φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία λόγω της αργής αποσύνθεσης των πευκοβελόνων.
-
4. Οικονομικά και κοινωνικά οφέλη της βελανιδιάς
-
Ξυλεία υψηλής ποιότητας: Ανθεκτική, κατάλληλη για έπιπλα, πατώματα και κατασκευές.
-
Παραδοσιακή βιοτεχνία: Χρήση του βελανιδιού στην παραγωγή τανίνης για τη βυρσοδεψία.
-
Κτηνοτροφία: Βελανίδια για χοίρους και αιγοπρόβατα.
-
Αγροτουρισμός: Δημιουργία παραδοσιακών “βελανιδότοπων” που προσελκύουν επισκέπτες.
5. Σχέδιο μετάβασης από πεύκο σε βελανιδιά
-
Χαρτογράφηση περιοχών όπου ιστορικά υπήρχαν πλατύφυλλα.
-
Σταδιακή απομάκρυνση πεύκων σε περιοχές υψηλού κινδύνου φωτιάς.
-
Εμπλουτισμός φυσικής αναγέννησης με φύτευση βελανιδιών και άλλων ενδημικών πλατύφυλλων.
-
Διαχείριση μεικτών δασών: Πεύκα και βελανιδιές μαζί, ώστε να υπάρχει μεταβατική σταθερότητα.
-
Εκπαίδευση τοπικών κοινοτήτων για τη συλλογή και φύτευση βελανιδιών.
-
Κίνητρα για δασικούς συνεταιρισμούς που επενδύουν σε βελανιδότοπους.
Η βελανιδιά δεν είναι απλώς μια “πιο ασφαλής” επιλογή από το πεύκο. Είναι δέντρο με βαθιές ρίζες στην ιστορία, τον πολιτισμό και την οικολογία της Ελλάδας. Η επαναφορά της, μέσα από συντονισμένη στρατηγική και όχι αποσπασματικές ενέργειες, μπορεί να οδηγήσει σε πιο ανθεκτικά δασικά οικοσυστήματα, να μειώσει τον κίνδυνο και την ένταση των πυρκαγιών, να ενισχύσει τη βιοποικιλότητα και να προσφέρει σταθερή αναπτυξιακή προοπτική στις τοπικές κοινωνίες.
Καλώ τους αναγνώστες —πολλοί εκ των οποίων γνωρίζουν το αντικείμενο πολύ καλύτερα από εμένα— να καταθέσουν στα σχόλια τις δικές τους τεκμηριωμένες προτάσεις, με την ελπίδα ότι θα φτάσουν στα μάτια των υπευθύνων της πολιτείας. Ίσως έτσι δοθεί η αφορμή να επανασχεδιαστούν οι αναδασώσεις, δίνοντας στη βελανιδιά τη θέση που της αξίζει στα ελληνικά δάση.
Πηγές : https://www. antroni.gr/content/view/107/607 , https://www.alexpolisonline.com/2018/07/blog-post_11.html
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect




Η πιο σωστή αναδάσωση είναι η φυσική. Μετά από μια φωτιά το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε την φύση στην ησυχία της. Έχει τους μηχανισμούς και μπορεί να το κάνει πιο αποτελεσματικα από οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση.
Φυσικά αυτό ισχύει όταν καεί ένα ενήλικο δάσος. Όταν μια περιοχή καίγεται επανειλημμένα τότε είναι που πρέπει να γίνει ανθρώπινη παρέμβαση με αναδάσωση.
Δυστυχώς στο παρελθόν έχουν γίνει πολλά λάθη ως προς την επιλογή των δέντρων που επιλέγονται με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβληματικά δάση, συνήθως μονοκαλλιέργειες από πεύκα (επειδή το πεύκο είναι φτηνό και εύκολο είδος ως προς την ανάπτυξη του) ενώ θα έπρεπε να γίνονται μικτά δάση και πάντα με φυτά που προϋπήρχαν στην περιοχή.
Αυτό βέβαια είναι ένας γενικός κανόνας. Η κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά από επιστήμονες και η αναδάσωση να προσαρμόζεται στις συνθήκες και στις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Για παράδειγμα την δεκαετία του 60 σε πολλές περιοχές της Πάρνηθας φυτεύτηκαν δέντρα μαύρης Πεύκης και παρόλο που δεν ήταν είδος της περιοχής τα δέντρα αυτά όταν μεγάλωσαν δημιούργησαν την κατάλληλη σκιά που είναι απαραίτητη για τα έλατα στα πρώτα 20 χρόνια της ζωής τους ώστε να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν ενώ παράλληλα νεα μαύρα πεύκα δεν φυτρώνουν μιας και η Πάρνηθα δεν είναι κατάλληλο μέρος για αυτά. Αποτελέσμα 60 χρόνια μετά να έχουμε ολόκληρες περιοχές της Πάρνηθας με δάση μαύρης Πεύκης που όμως από κάτω τους αναπτύσονται έλατα που στο μέλλον θα κυριαρχήσουν έναντι της μαύρης Πεύκης.
Στα πρόσφατα καμένα στα χαμηλά της Πάρνηθας που κάηκε ενήλικο πευκοδάσος δεν πρέπει να γίνει καμία παρέμβαση. Σε μερικά χρόνια θα αναπτυχθει νέο δάσος πιο δυνατό αρκεί να το αφησουμε.
Αντίθετα στην Πεντέλη που έχει καεί επανειλημμένα επιβάλλεται να χρησιμοποιηθεί βελανιδιά αλλά όχι ως μονοκαλλιέργεια αλλά παράλληλα με αλλά είδη ώστε στο μέλλον να προκύψει ένα υγιές δάσος στο μέλλον.
Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες και κάθε αναδάσωση θα πρέπει να γίνεται σωστά μετά από μελέτες ειδικών.
Γενικα η βελανιδιά έχει πολλά πλεονεκτήματα και θα έπρεπε να χρησιμοποιήσεται περισσότερο. Το γεγονός πως σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνεται σωστή επιλογή οφείλεται στο ότι επιλέγουμε τον εύκολο τρόπο και πιο οικονομικό χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
Σας ευχαριστώ πολύ . Περιμένω προτάσεις και σχόλια και από άλλους αναγνώστες.