Χθες, Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025 , το ιστορικό κτήριο του Πολυτεχνείου γέμισε Άνδρο και μνήμες, προβληματισμούς και προσδοκίες γύρω από το Ξενία. Η εσπερίδα συγκέντρωσε πολιτικούς εκπροσώπους, πανεπιστημιακούς, φοιτητές και πολλούς Ανδριώτες, επιβεβαιώνοντας ότι το θέμα παραμένει ζωντανό και βαθιά φορτισμένο. Έλειπε όμως ο βασικός παράγοντας κάθε ουσιαστικής συζήτησης: ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, η ΕΤΑΔ. Ο «ξενοδόχος» απουσίαζε από τον λογαριασμό, και αυτή η απουσία σκίασε εξαρχής τη συζήτηση.
Η εσπερίδα είχε έντονο εκπαιδευτικό και θεωρητικό χαρακτήρα. Ακούστηκαν ξανά –όπως και πριν από δέκα χρόνια– τεκμηριωμένες αναφορές στη σημασία του έργου του Άρη Κωνσταντινίδη, στη συμβολή του Ξενία Άνδρου στη νεότερη αρχιτεκτονική και στην ιστορική του θέση ως τοπόσημο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και της απαρχής του ελληνικού τουρισμού. Επισημάνθηκε ότι το κτήριο μπορεί τεχνικά να επισκευαστεί, ότι υπάρχουν λύσεις και παραδείγματα από το εξωτερικό, και ότι η κατεδάφιση θα έκλεινε οριστικά κάθε δυνατότητα νέας δόμησης στο συγκεκριμένο σημείο του αιγιαλού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ξεχώρισαν οι παρεμβάσεις νέων Ανδριωτών αρχιτεκτόνων, που τόλμησαν να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη, προτείνοντας συγκεκριμένες χρήσεις και δίνοντας στο ακροατήριο μια γεύση ρεαλιστικής προοπτικής. Θετικό στοιχείο υπήρξε και η εμφανής σύμπνοια διοίκησης και μειοψηφίας του Δήμου, καθώς και η σαφής πολιτική θέση ότι η σημερινή εικόνα του ερειπίου δεν μπορεί να γίνει άλλο ανεκτή. Ωστόσο, παρά τον πλούτο λόγων και την καλή διάθεση, τα κρίσιμα ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, το αυστηρό νομικό πλαίσιο, τα συνταγματικά κωλύματα που αφορούν αυθαίρετες κατασκευές στον αιγιαλό, οι απαιτούμενες άδειες και εγκρίσεις, αλλά και ένα σαφές χρονοδιάγραμμα ενεργειών, δεν φωτίστηκαν επαρκώς. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, όπου παρόμοιες εξαγγελίες κατέληξαν σε αδράνεια και περαιτέρω απαξίωση, λειτουργεί ως εύλογη προειδοποίηση.
Please accept YouTube cookies to play this video. By accepting you will be accessing content from YouTube, a service provided by an external third party.
If you accept this notice, your choice will be saved and the page will refresh.
Η εσπερίδα πάντψς ήταν γόνιμη: ανέδειξε τη σημασία του Ξενία, κατέγραψε τη βούληση να αλλάξει η σημερινή κατάσταση και έφερε στο ίδιο τραπέζι διαφορετικές φωνές. Για να μην αποδειχθεί όμως άλλη μία χαμένη ευκαιρία, απαιτείται το επόμενο βήμα να μην είναι λόγια, αλλά πράξεις: πρώτα καθαρές απαντήσεις στα νομικά ζητήματα και έπειτα συγκεκριμένες, σύννομες και βιώσιμες λύσεις. Μόνο έτσι η Άνδρος θα πάψει να συζητά για το Ξενία και θα αρχίσει, επιτέλους, να αποφασίζει για το μέλλον του.

Στην εσπερίδα αναφέρθηκε οτι τα ξενοδοχεία Ξενία δεν υπήρξαν απλώς κτίρια φιλοξενίας, αλλά αποτέλεσαν το υλικό αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής, όταν το ελληνικό κράτος επιχείρησε, μέσα από την αρχιτεκτονική, να επανασυστήσει τη χώρα στον κόσμο. Σχεδιασμένα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, σε θέσεις προνομιακές και με αρχιτεκτονική που συνομιλούσε με το τοπίο, τα Ξενία ενσάρκωσαν ένα όραμα εξωστρέφειας και εκσυγχρονισμού.
Κι όμως, τρεις από τις πιο χαρακτηριστικές μονάδες αυτού του προγράμματος – στο Ηράκλειο, στα Ιωάννινα και στα Χανιά – δεν έφτασαν ποτέ στη δεύτερη ζωή που πολλοί ευαγγελίζονταν. Η πορεία τους κατέληξε στην κατεδάφιση, όχι ως αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας απόφασης, αλλά ως τελικό στάδιο μιας μακράς διαδικασίας εγκατάλειψης, θεσμικής αδράνειας και απουσίας ρεαλιστικής προοπτικής
Γιατί κατεδαφίστηκαν κάποια Ξενία ;
Στο Ηράκλειο, το Ξενία βρέθηκε σταδιακά σε σύγκρουση με την ίδια την εξέλιξη της πόλης. Το κτίριο, σχεδιασμένο για ένα διαφορετικό αστικό και τουριστικό περιβάλλον, εγκλωβίστηκε σε έναν πυκνό ιστό που άλλαζε ραγδαία. Η οικονομική του βιωσιμότητα αμφισβητήθηκε νωρίς, ενώ η αρχιτεκτονική του προστασία περιόριζε τις δυνατότητες προσαρμογής του σε σύγχρονες απαιτήσεις. Καθώς τα χρόνια περνούσαν χωρίς συντήρηση και χωρίς σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον, το Ξενία μετατράπηκε από σύμβολο ανάπτυξης σε εμπόδιο για την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου.
Όταν τελικά κατεδαφίστηκε, η απόφαση επικυρώθηκε ακόμη και δικαστικά, με το επιχείρημα ότι εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον και την απελευθέρωση της πόλης προς τη θάλασσα. Η κατεδάφιση δεν προκάλεσε την κοινωνική έκρηξη που θα περίμενε κανείς· είχε προηγηθεί η σιωπηρή αποδοχή ότι το κτίριο δεν είχε πια ρόλο.

Στα Ιωάννινα, η ιστορία ακολούθησε διαφορετική διαδρομή αλλά κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα. Το Ξενία της πόλης αποτέλεσε για χρόνια αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε όσους το έβλεπαν ως πολύτιμο δείγμα της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής και σε εκείνους που το αντιμετώπιζαν ως ξεπερασμένο και προβληματικό κέλυφος. Η συζήτηση, όμως, έμεινε κυρίως στο επίπεδο του συμβολισμού. Δεν υπήρξε ποτέ ένα βιώσιμο σχέδιο επανάχρησης που να απαντά στις οικονομικές και λειτουργικές απαιτήσεις της εποχής. Η παρατεταμένη εγκατάλειψη οδήγησε σε σοβαρά ζητήματα ασφάλειας, και όταν το κτίριο κρίθηκε ετοιμόρροπο, το πλαίσιο άλλαξε ριζικά. Η προστασία υποχώρησε μπροστά στην ευθύνη της δημόσιας ασφάλειας, τα θεσμικά όργανα δεν προχώρησαν σε χαρακτηρισμό που θα το «κλείδωνε» ως μνημείο και η κατεδάφιση παρουσιάστηκε ως αναπόφευκτη λύση.
Στα Χανιά, η κατεδάφιση του Ξενία εντάχθηκε σε μια διαφορετική, αλλά εξίσου αποκαλυπτική λογική. Το κτίριο, χτισμένο πάνω στον προμαχώνα San Salvatore των ενετικών τειχών, βρέθηκε από νωρίς στο στόχαστρο της συζήτησης για την ανάδειξη της ιστορικής οχύρωσης της πόλης. Η πολύχρονη εγκατάλειψη το είχε ήδη μετατρέψει σε ένα ερείπιο-φάντασμα, ενώ η θέση του θεωρήθηκε ότι παρεμπόδιζε την ανάγνωση και την προβολή ενός παλαιότερου, βαρύτερου μνημειακού στρώματος.
Όταν το 2007 αποφασίστηκε η κατεδάφισή του, οι αντιδράσεις ήταν περιορισμένες. Η κοινωνία είχε πειστεί ότι το Ξενία δεν μπορούσε πλέον να σωθεί χωρίς δυσανάλογο κόστος και ότι η απομάκρυνσή του θα εξυπηρετούσε έναν ανώτερο στόχο αστικής και ιστορικής αποκατάστασης. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, συνθέτουν ένα ενιαίο αφήγημα. Τα Ξενία στο Ηράκλειο, στα Ιωάννινα και στα Χανιά δεν κατεδαφίστηκαν επειδή απορρίφθηκε συλλήβδην η αξία τους. Κατεδαφίστηκαν επειδή, μέσα στον χρόνο, έχασαν τη λειτουργική τους σημασία, εγκαταλείφθηκαν χωρίς στρατηγική, και τελικά μετατράπηκαν σε προβλήματα που κανείς δεν ήθελε – ή δεν μπορούσε – να διαχειριστεί. Η κατεδάφιση υπήρξε το τελευταίο κεφάλαιο μιας μακράς αποτυχίας να συνδεθεί η αρχιτεκτονική κληρονομιά με ένα βιώσιμο μέλλον.
Η κατεδάφιση του Ξενία Χανίων: ένα προηγούμενο που μοιάζει περισσότερο με την Άνδρο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την κατεδάφιση του Ξενία Χανίων, η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα επεισόδιο της αρχιτεκτονικής ιστορίας του τόπου. Αποτελεί προηγούμενο. Και τα προηγούμενα, όταν αγνοούνται, επαναλαμβάνονται. Το Ξενία Χανίων κατεδαφίστηκε το 2007, έπειτα από πολύχρονη εγκατάλειψη, χωρίς να προκαλέσει τις μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις που θα περίμενε κανείς για ένα εμβληματικό κτίριο του κρατικού προγράμματος ΞΕΝΙΑ. Ο λόγος ήταν απλός και απολύτως αποκαλυπτικός: το κτίριο είχε καταστεί ένα ρημαγμένο, επικίνδυνο κέλυφος, ενώ ταυτόχρονα θεωρήθηκε ότι εμπόδιζε την ανάδειξη των ενετικών τειχών, καθώς είχε ανεγερθεί πάνω στον προμαχώνα San Salvatore. Η κατεδάφιση παρουσιάστηκε –και έγινε αποδεκτή– ως αναγκαία λύση. Όχι επειδή όλοι συμφωνούσαν ιδεολογικά με αυτήν, αλλά επειδή δεν υπήρχε πλέον βιώσιμη εναλλακτική.
Οι ομοιότητες με την Άνδρο
Η περίπτωση του Ξενία Άνδρου μοιάζει με εκείνη των Χανίων σε περισσότερα σημεία απ’ όσα νομίζει η τοπική κοινωνία


- Πολυετής εγκατάλειψη : Όπως στα Χανιά, έτσι και στην Άνδρο, το Ξενία αφέθηκε επί δεκαετίες χωρίς ουσιαστική συντήρηση, χωρίς επενδυτικό σχέδιο, χωρίς στοιχειώδη φροντίδα.
- Μετατροπή από μνημείο σε ερείπιο : Το Ξενία Χανίων, πριν κατεδαφιστεί, δεν λειτουργούσε πια ως μνημείο μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής, αλλά ως φάντασμα μέσα στον αστικό ιστό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει σήμερα για το Ξενία Άνδρου.
- Αδυναμία αξιοποίησης από τον ιδιοκτήτη (ΕΤΑΔ) : Στα Χανιά, όπως και αλλού, το κράτος αποδείχθηκε ανίκανο να λειτουργήσει ως διαχειριστής ξενοδοχειακής περιουσίας. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα στην Άνδρο: η ΕΤΑΔ δεν μπορεί να επενδύσει, δεν μπορεί να κατεδαφίσει, δεν μπορεί να αποχαρακτηρίσει, δεν μπορεί καν να χρηματοδοτήσει μελέτες. Παράλληλα δεν μπορεί να δεχθεί το πολιτικό βάρος ενός αποχαρακτηρισμού, και τέλος δεν μπορεί να πληρώσει ούτε ένα ευρώ για στατικές μελέτες. Τι μπορεί λοιπόν να κάνει; Μόνο ένα πράγμα: να μεταθέσει το πρόβλημα αλλού.
- Σιωπηρή κοινωνική αποδοχή του “μονόδρομου” : Στα Χανιά, όταν το κτίριο είχε πια καταρρεύσει λειτουργικά και συμβολικά, η κατεδάφιση δεν συνάντησε ισχυρό μέτωπο αντίδρασης. Όχι επειδή οι πολίτες αδιαφορούσαν για την ιστορία, αλλά επειδή είχαν κουραστεί να ζουν δίπλα σε ένα επικίνδυνο κουφάρι.
Η ιστορία των Ξενία στην Ελλάδα
Τα Ξενοδοχεία “Ξενία” (Xenia Hotels) ήταν μέρος ενός Κρατικού προγράμματος το οποίο στόχευε την ανάδειξη του φυσικού κάλλους της Ελλάδας σε παγκόσμιο επίπεδο, υπό την εποπτεία του Ε.Ο.Τ. Το πρόγραμμα είχε τεθεί σε λειτουργία από το 1953 έως το 1967 ( το οποίο με βάση την εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ, στην Ελλάδα “ο τουρισμός αποτελεί μια από τις κινητήριες δυνάμεις για την ανάκαμψη της οικονομίας” ). Έπειτα από την εφαρμογή αυτού του σχεδίου η εικόνα της Ελλάδας μεταφέρθηκε σε όλη την Υφήλιο. Την εποχή που ξεκίνησαν τα Ξενία δεν υπήρχε ακόμα μαζικός τουρισμός. Ηταν μια αγνή, από τουριστική άποψη, περίοδος την οποία σήμερα βλέπουμε με νοσταλγία. Ο ΕΟΤ δεν πήρε απλά γη για να χτίσει ξενοδοχεία. Εφτιαξε πρότυπες μονάδες τόσο στη μορφή όσο και στη λειτουργία, ήθελε να υποδείξουν πώς πρέπει να αναπτυχθεί ο τουρισμός στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα «Ξενία» δεν περιελάμβανε μόνο ξενοδοχεία, αλλά περισσότερα από 70 τουριστικά κτίρια, όπως οδικούς σταθμούς και τουριστικά περίπτερα. Χωρίστηκε σε δύο φάσεις: στην πρώτη (1951-57) υπό τον Χαράλαμπο Σφαέλλο και τη δεύτερη (1957-1967) υπό τον Αρη Κωνσταντινίδη. Τα ξενοδοχεία ήταν περισσότερα από 50 εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έχουν κατεδαφιστεί και αρκετά έχουν αλλάξει χρήση.

Τέλη της δεκαετίας του 80′, το κράτος αποδείχτηκε ανίκανο στο ρόλο του ξενοδόχου, οι απαιτήσεις στην τουριστική αγορά διαφοροποιήθηκαν και τα ΞΕΝΙΑ πήραν το δρόμο της μιζέριας και της εγκατάλειψης. Το τελευταίο Ξενία υπό κρατική λειτουργία έκλεισε το 1997 στο Παλιούρι. Σήμερα, μόνο λίγα Ξενία λειτουργούν, πολλά έχουν παραδοθεί σε ιδιώτες, ενώ τρία έχουν κατεδαφιστεί . Τα Ξενία δεν εξελίχθηκαν όλα με τον ίδιο τρόπο. Κάποια βρήκαν δεύτερη ζωή, άλλα βυθίστηκαν στην εγκατάλειψη και μερικά έμειναν μετέωρα, παγιδευμένα ανάμεσα στη μνήμη και την αδράνεια. Σε προηγούμενο άρθρο μας μιλήσαμε για τα «Ξενία δύο ταχυτήτων», φέρνοντας ως χαρακτηριστικά παραδείγματα την Άνδρο και την Ηγουμενίτσα. Δύο περιπτώσεις που, ενώ ξεκίνησαν από το ίδιο κρατικό όραμα και το ίδιο θεσμικό πλαίσιο, ακολούθησαν τελείως διαφορετικές διαδρομές, αποκαλύπτοντας τις βαθιές αντιφάσεις της πολιτικής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας. Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις, το κράτος επέλεξε να αποσυρθεί σιωπηρά από τον ρόλο του διαχειριστή και να μεταφέρει το βάρος στους Δήμους. Όχι όμως ισότιμα. Στη μία περίπτωση, η παραχώρηση συνοδεύτηκε από προοπτική, σχέδιο και δυνατότητα επανάχρησης. Στην άλλη, ο Δήμος βρέθηκε να παραλαμβάνει ένα βαρύ και προβληματικό κέλυφος, χωρίς εξασφαλισμένους πόρους, χωρίς ώριμες μελέτες και χωρίς καθαρό ορίζοντα λύσεων. Έτσι γεννήθηκε το φαινόμενο των «Ξενία δύο ταχυτήτων»: εκείνων που μετατρέπονται σε ευκαιρία και εκείνων που μετατρέπονται σε πολιτικό και οικονομικό ναρκοπέδιο για την τοπική αυτοδιοίκηση. Τα Ξενία της Άνδρου και της Ηγουμενίτσας δεν είναι απλώς δύο τοπικές υποθέσεις. Είναι καθρέφτης μιας ευρύτερης πολιτικής: μιας πολιτικής που παράγει ανισότητες ακόμη και στη διαχείριση της ίδιας της δημόσιας κληρονομιάς. Και είναι ακριβώς μέσα από αυτές τις «δύο ταχύτητες» που αποκαλύπτεται το πραγματικό ερώτημα: ποιος τελικά αποφασίζει για το μέλλον των Ξενία – και με ποιο κόστος για τις τοπικές κοινωνίες που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των αποφάσεων που δεν έλαβαν.
Το “μάθημα” των Χανίων
Κανένα Ξενία δεν κατεδαφίστηκε επειδή “κάποιος το ήθελε”. Κατεδαφίστηκαν επειδή πρώτα εγκαταλείφθηκαν. Στα Χανιά, η Πολιτεία επέλεξε τελικά να κατεδαφίσει το Ξενία για να αναδείξει ένα άλλο μνημείο, τα ενετικά τείχη. Στην Άνδρο, το διακύβευμα είναι διαφορετικό, αλλά η λογική ίδια: ένα κεντρικό σημείο της πόλης δεν μπορεί να παραμένει νεκρή ζώνη.
Η Άνδρος οφείλει να αντιμετωπίσει την υπόθεση χωρίς αυταπάτες και με πλήρη επίγνωση των προηγούμενων. Αρχικά θα πρέπει να γίνει στατική, αρχιτεκτονική και λειτουργική αποτίμηση, τεκμηρίωση του βαθμού αλλοίωσης και απώλειας αυθεντικότητας. Ακολούυθως θα πρέπει ο Δήμος να προβεί σε επανεξέταση του χαρακτηρισμού, όπως έμμεσα έγινε και στα Χανιά, όπου πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν εξακολουθεί το κτίριο να πληροί τα κριτήρια που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως μνημείου. Αν η απάντηση είναι αρνητική,τότε ο αποχαρακτηρισμός δεν είναι ιδεολογική ήττα, αλλά θεσμική πράξη ευθύνης.
Συμπεράσματα
Ταυτόχρονα, η εσπερίδα λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι η αρχιτεκτονική αξία από μόνη της δεν αρκεί. Η επανάχρηση και η αξιοποίηση ενός τέτοιου κτηρίου δεν είναι ζήτημα καλών προθέσεων ή ηθικών επιταγών, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων τεχνικών, νομικών και λειτουργικών παραμέτρων. Η παρουσίαση παραδειγμάτων, η αναφορά σε τεχνολογικές δυνατότητες αποκατάστασης και η συζήτηση για πιθανές χρήσεις κατέδειξαν ότι λύσεις υπάρχουν, υπό την προϋπόθεση ότι προηγείται σοβαρή μελέτη και όχι ευχολόγιο. Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι, μέσα στον θεωρητικό λόγο, αναδείχθηκαν και πιο γειωμένες παρεμβάσεις, με συγκεκριμένες προτάσεις χρήσεων και λειτουργικής ένταξης του κτηρίου στη ζωή του νησιού. Αυτό το στοιχείο προσέδωσε στη συζήτηση έναν χαρακτήρα πιο παραγωγικό και λιγότερο αφηρημένο, δείχνοντας ότι η διάσωση δεν νοείται ως «πάγωμα» στον χρόνο, αλλά ως ενεργή ένταξη στο παρόν.Μέχρι να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες μελέτες και η ουσιαστική λειτουργική αποτίμηση του κτηρίου, δεν είναι σκόπιμο από μέρους μου να διατυπωθεί καμία οριστική θέση για το τι πρέπει να γίνει. Κάθε πρόωρη τοποθέτηση, χωρίς πλήρη γνώση των πραγματικών δεδομένων, θα ήταν περισσότερο εικασία παρά υπεύθυνη άποψη. Ο χρόνος και τα τεκμηριωμένα στοιχεία θα δείξουν ποια λύση είναι εφικτή, νόμιμη και πραγματικά ωφέλιμη. Προτάσεις υπάρχουν.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Κανένα Ξενία δεν κατεδαφίστηκε επειδή “κάποιος το ήθελε”. Κατεδαφίστηκαν επειδή πρώτα εγκαταλείφθηκαν. Στα Χανιά, η Πολιτεία επέλεξε τελικά να κατεδαφίσει το Ξενία για να αναδείξει ένα άλλο μνημείο, τα ενετικά τείχη. Στην Άνδρο, το διακύβευμα είναι διαφορετικό, αλλά η λογική ίδια: ένα κεντρικό σημείο της πόλης δεν μπορεί να παραμένει νεκρή ζώνη.