Η υδροδότηση της Αθήνας και συνολικά της Αττικής στηρίζεται εδώ και δεκαετίες σε ένα μεγάλο και σύνθετο υδροδοτικό σύστημα που περιλαμβάνει τα φράγματα Μόρνου, Εύηνου και Μαραθώνα, καθώς και μια σειρά από υδραγωγεία συνολικού μήκους που ξεπερνά τα 400 χλμ. Το δίκτυο αυτό αξιοποιεί επιφανειακούς υδάτινους πόρους από Μόρνο, Εύηνο και Υλίκη, αλλά και υπόγειους υδροφορείς.Τυπικά, ιδιοκτήτης των έργων είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η ΕΥΔΑΠ φέρει την ευθύνη λειτουργίας, συντήρησης και διαχείρισης του συστήματος.
Το τελευταίο μεγάλο έργο που ενίσχυσε ουσιαστικά την υδροδότηση της πρωτεύουσας ήταν το φράγμα του Εύηνου, μαζί με τη σήραγγα μεταφοράς νερού προς τον ταμιευτήρα Μόρνου. Το έργο ολοκληρώθηκε το 2001, με τις μελέτες της εποχής –στις αρχές της δεκαετίας του ’90– να προβλέπουν ότι η υδροδοτική επάρκεια θα κάλυπτε τις ανάγκες έως περίπου το 2030. Με απλά λόγια: από το 2001 και μετά, η Πολιτεία όφειλε να σχεδιάζει ήδη το επόμενο κύμα έργων για την περίοδο μετά το 2030. Αυτό θα περιλάμβανε τόσο την αναζήτηση νέων υδάτινων πόρων, όσο και την ορθολογική διαχείριση των υπαρχόντων: περιορισμό διαρροών, επαναχρησιμοποίηση νερού, ορθολογική κοστολόγηση, έργα μικρής κλίμακας και ενίσχυση των ταμιευτήρων. Όμως –όπως συχνά συμβαίνει στη χώρα μας– μετά την ολοκλήρωση του Εύηνου, το πρόβλημα φάνηκε «λυμένο». Έτσι, επί σχεδόν 20 χρόνια, καμία κυβέρνηση δεν προχώρησε σε σοβαρές πρωτοβουλίες ούτε για νέους πόρους ούτε για τη βέλτιστη αξιοποίηση των υπαρχόντων.
Η πραγματικότητα, όμως, δεν περίμενε. Η παρατεταμένη ξηρασία των τελευταίων ετών έφερε το τέλος της περιόδου επάρκειας πολύ νωρίτερα από το προβλεπόμενο όριο του 2030. Το αποτέλεσμα: η Αττική μπαίνει πλέον σε μια φάση πραγματικής υδροδοτικής κρίσης και η ανάγκη λήψης μέτρων είναι πλέον άμεση. Πρόσφατα ανακοινώθηκαν κυβερνητικά σχέδια αντιμετώπισης της κατάστασης. Το πρόβλημα είναι ότι, μέσα σε συνθήκες επείγοντος, δεν υπάρχει πλέον ο αναγκαίος χρόνος για σωστή μελέτη, αξιολόγηση και ωρίμανση εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες ενέχουν σημαντικά ζητήματα κόστους και περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Και όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η πίεση χρόνου σημαίνει και συμπτώσεις διαδικασιών, παρακάμπτοντας τον προγραμματισμό και τις διαγωνιστικές διαδικασίες. Με άλλα λόγια: ο φορολογούμενος καλείται ξανά να πληρώσει για κάτι που θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί εδώ και δύο δεκαετίες.
Παράλληλα, αποσύρθηκε το κυβερνητικό σχέδιο για την απορρόφηση των 739 δημοτικών εταιρειών ύδρευσης από τη ΔΕΗ – με εξαίρεση Αττική (ΕΥΔΑΠ) και Θεσσαλονίκη (ΕΥΑΘ). θυμίζουμε ότι η κεντρική ἰδέα τοῦ σχεδίου ήταν ὅτι ἡ ΔΕΗ, στήν ὁποία οἱ 739 δημοτικές ἑταιρείες ὑδρεύσεως οφείλουν πάνω ἀπό 400 ἑκατ. εὐρώ, τις αγοράζει έναντι των χρεών τους, αποκαθιστά ενιαία διαχείριση τοῦ συστήματος ὑδροδοτήσεως καί ἡ Κυβέρνησις ἀπαλλάσσεται ἀπό ἕνα μεγάλο βάρος –ἔστω προσωρινά . Παρόλα αυτά η υποχώρηση επί του σχεδίου ήρθε μετά τις αντιδράσεις ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων που κατέστησαν σαφές ότι μια τέτοια μονοπωλιακή μεταβολή της αγοράς του νερού, μάλιστα με διαδικασίες απευθείας ανάθεσης, δεν ήταν ούτε συνετή ούτε βιώσιμη. Έτσι, μέχρι τις εκλογές, το τοπίο θα παραμείνει ως έχει. Τα προβλήματα θα αντιμετωπίζονται κατά περίπτωση, με πιθανές μικρές συμπτύξεις δημοτικών εταιρειών ύδρευσης ανά περιοχή ή νομό.
Το βάρος της κυβερνητικής προσοχής στρέφεται τώρα στην Αττική, που είναι η περιοχή με τον μεγαλύτερο κίνδυνο λειψυδρίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο αμφιλεγόμενο έργο της εκτροπής Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο, που αναπτύξαμε σε προηγούμενο άρθρο μας , το οποίο υποτίθεται ότι θα ολοκληρωθεί στο πρώτο εξάμηνο του 2029 και θα λειτουργήσει ως ενίσχυση του ταμιευτήρα του Εύηνου.
Οι αντιδράσεις στην Ευρυτανία και το πραγματικό διακύβευμα
Το έργο αυτό, όμως, δεν είναι ένα «τεχνικό έργο ρουτίνας». Για την Ευρυτανία αποτελεί έναν βαθύτατο περιβαλλοντικό, κοινωνικό και αξιακό κόμβο. Οι τοπικές κοινωνίες , φορείς, πολίτες– έχουν ήδη εκφράσει ευθέως την αντίθεσή τους, τόσο λόγω της αλλοίωσης των ποταμών που αποτελούν στοιχείο της φυσικής ταυτότητας της περιοχής όσο και λόγω της εύλογης ανησυχίας για τις πραγματικές ποσότητες νερού που θα παραμένουν στον τόπο τους σε περιόδους ξηρασίας.
Η Ευρυτανία δεν είναι μια περιοχή με υπερεπαρκείς υδάτινους πόρους. Είναι ένας τόπος όπου ο τουρισμός, η τοπική οικονομία, η ποιότητα ζωής και ο χαρακτήρας του φυσικού τοπίου συνδέονται βαθιά με τα ποτάμια της. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται από τους κατοίκους δεν είναι απλώς «πόσο νερό θα εκτραπεί», αλλά κάτι πολύ πιο θεμελιώδες. Μπορεί ένας ορεινός τόπος να θυσιάσει τους ποταμούς του για να καλύψει διαχρονικές αδράνειες και αποτυχίες σχεδιασμού της πρωτεύουσας; Πολλοί το βλέπουν ως ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Περιφέρεια «πληρώνει» την αδυναμία του κέντρου να σχεδιάσει διαχρονικά και σοβαρά τις υποδομές του. Άλλοι ανησυχούν ότι οι δεσμεύσεις για «ελάχιστες οικολογικές παροχές» θα μείνουν στα χαρτιά, ειδικά σε περιόδους ξηρασίας, όταν οι πιέσεις για ενίσχυση της Αθήνας θα είναι συντριπτικές. Σε κάθε περίπτωση, η Ευρυτανία μπαίνει στο επίκεντρο μιας εθνικής συζήτησης που ξεπερνά τον τοπικό χαρακτήρα του έργου και αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη διαχείριση του νερού στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Το νερό ως καθρέφτης της πολιτικής μας ωριμότητας
Το νερό ήταν πάντα κάτι περισσότερο από ένας φυσικός πόρος: είναι ο πιο ευαίσθητος δείκτης της σχέσης μιας κοινωνίας με το περιβάλλον της. Στην περίπτωση της Αττικής, το νερό έγινε μια αόρατη πολυτέλεια. Έρεε άφθονο στις βρύσες, αλλά ποτέ δεν έγινε συλλογική συνείδηση το εύθραυστο υπόβαθρο που το στηρίζει. Τα έργα που εξασφαλίζουν την υδροδότηση της πρωτεύουσας έγιναν σε εποχές διαφορετικές, τότε που η Ελλάδα είχε την αφέλεια να πιστεύει ότι οι ανάγκες της μεγαλούπολης θα αυξάνονται επ’ άπειρον και ότι οι φυσικοί πόροι της χώρας θα μπορούσαν να ακολουθήσουν χωρίς κόστος. Η πραγματικότητα –όπως πάντα– έχει διαφορετική άποψη. Σήμερα πληρώνουμε όχι την ανεπάρκεια των ποταμών, αλλά την ανεπάρκεια του σχεδιασμού μας. Πληρώνουμε την αδράνεια, τη βολική αυταπάτη, την πολιτική δειλία να ληφθούν εγκαίρως δύσκολες αποφάσεις. Και το τίμημα δεν αφορά πια μόνο την Αθήνα, αλλά και τόπους όπως η Ευρυτανία, που καλούνται να βάλουν πλάτη για μια κρίση που δεν δημιούργησαν.
Η συζήτηση για το νερό δεν μπορεί να γίνει πια με όρους περιστασιακού έργου ή τεχνικής λύσης ανάγκης. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη χώρα μας, πώς μοιραζόμαστε τους πόρους της, πώς προστατεύουμε τα οικοσυστήματα που μας κρατούν ζωντανούς. Ο δρόμος μπροστά μας δεν είναι εύκολος. Όμως έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να ξαναδούμε το νερό όχι ως αυτονόητο καταναλωτικό αγαθό, αλλά ως δημόσιο αγαθό, φυσικό κεφάλαιο και ηθική υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές. Ίσως τελικά η σημερινή κρίση να είναι το τελευταίο καμπανάκι πριν το «νερό… νεράκι» γίνει μόνιμη κατάσταση. Και ίσως, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, να μας αναγκάσει να κάνουμε αυτό που ως χώρα αποφεύγουμε: να σχεδιάσουμε σοβαρά, να αξιολογήσουμε δίκαια και να αποφασίσουμε υπεύθυνα. Γιατί το νερό –σε αντίθεση με την πολιτική βούληση– δεν περιμένει.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
