Οι φετινές δυνατές βροχές και καταιγίδες δεν είναι μόνο μια ακόμη υπενθύμιση των αδυναμιών των υποδομών μας, αλλά και ένα κάλεσμα να ξανασκεφτούμε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε το νερό. Δεν αρκεί να ζητάμε καλύτερα αντιπλημμυρικά έργα· χρειάζεται να αλλάξουμε νοοτροπία , καθώς το νερό που κυλάει στους δρόμους και παροχετεύεται βιαστικά προς τη θάλασσα δεν είναι «πλεόνασμα». Είναι ένας πολύτιμος πόρος, που τον αφήνουμε να χαθεί, ενώ γνωρίζουμε ότι λίγους μήνες αργότερα θα μιλάμε πάλι για ξηρασία, λειψυδρία και πίεση στα υδροδοτικά συστήματα.
Στην πραγματικότητα, από τη συνολική βροχόπτωση μιας περιοχής μόνο ένα 10–30% συμβάλλει άμεσα σε ταμιευτήρες ή υπόγειες αποθήκες νερού· το υπόλοιπο εξατμίζεται, διηθείται επιφανειακά ή καταλήγει στη θάλασσα. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται από τη χρήση γης και τον βαθμό αστικοποίησης. Στις πλήρως αστικοποιημένες ζώνες το 70–90% της βροχής μετατρέπεται σε επιφανειακή απορροή, επειδή οι στεγανές επιφάνειες δεν επιτρέπουν στο νερό να κατεισδύσει. Αντίθετα, στις αγροτικές περιοχές η απορροή περιορίζεται στο 10–30%, ενώ στα δάση και τους φυσικούς υγροτόπους μπορεί να φθάσει μόλις το 5–15%. Οι προαστιακές περιοχές βρίσκονται κάπου στη μέση, με απορροές 40–60%, ανάλογα με το πράσινο και τη σύσταση του εδάφους.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, όπως η Αθήνα, περίπου τα δύο τρίτα της βροχής —60 με 70%— απομακρύνονται μέσω του δικτύου συλλεκτήρων, ενώ σε έντονα επεισόδια αυτό της Παρασκευής 28/11/2025 μπορεί να αγγίξει το 90%. Στα νησιά, λόγω του έντονου αναγλύφου και της απουσίας δικτύων συγκράτησης, η απορροή ακολουθεί φυσικές ροές προς τη θάλασσα και το μεγαλύτερο τμήμα του νερού χάνεται μέσα στους χειμερινούς μήνες, εκεί όπου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί.
Η συλλογή και αποθήκευση του νερού – Η μείωση του πλημμυρικού κινδύνου
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η στοχευμένη συλλογή και αποθήκευση μέρους αυτής της απορροής είναι απολύτως εφικτή και οικονομικά αποδοτική. Προγράμματα stormwater harvesting, που εφαρμόζονται σε περιοχές με έντονες αλλά διαλείπουσες βροχοπτώσεις, αξιοποιούν δεξαμενές, φυσικές κοιλότητες ή υπόγειους συλλεκτές, ώστε να καθυστερήσουν την απορροή και να συγκεντρώσουν νερό για άρδευση, πυρόσβεση ή, μετά από επεξεργασία, για τον εμπλουτισμό υδροφορέων. Τα συστήματα αυτά μειώνουν τη φόρτιση των δικτύων ομβρίων και περιορίζουν τον πλημμυρικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν πολύτιμο νερό σε περιόδους ξηρασίας. Η εφαρμογή τέτοιων λύσεων σε αστικές αλλά και νησιωτικές περιοχές, δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά και αναγκαία. Το απότομο ανάγλυφο, η έντονη απορροή και το σκληρό γεωλογικό υπόβαθρο -παραδείγματος χάριν της ¨Ανδρου – δεν επιτρέπουν στο νερό να παραμείνει στο νησί· γι’ αυτό χρειάζονται συστήματα συλλογής προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες. Παραδείγματα όπως το πρόγραμμα HYDROUSA στη Μύκονο και την Τήνο αποδεικνύουν ότι τέτοιες εφαρμογές λειτουργούν ακόμη και σε μικρές κοινότητες. Η βιολογική επεξεργασία λυμάτων, οι δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, οι μονάδες αποθήκευσης και η πιλοτική επαναφόρτιση υδροφορέων έφεραν εντυπωσιακά αποτελέσματα: μείωση της κατανάλωσης πόσιμου νερού για άρδευση πάνω από 60% και κάλυψη περίπου 20 εκταρίων καλλιεργειών με ανακυκλωμένο νερό.
Το οικονομικό κόστος είναι αναμφίβολα σημαντικό, ωστόσο τα έμμεσα οφέλη —μείωση πλημμυρικού κινδύνου, ενίσχυση οικοσυστημάτων, διασφάλιση υδατικών αποθεμάτων— καθιστούν τη σχέση κόστους–οφέλους θετική, όπως δείχνουν μελέτες από Ιταλία και Ισπανία. Υπάρχουν πολλά νησιά που διαθέτουν τα κατάλληλα υδρολογικά, γεωλογικά και κοινωνικά εφόδια για να πρωτοπορήσουν και να αποτελέσουν πρότυπα βιώσιμης διαχείρισης νερού. Οι φετινές βροχές, όπως κάθε φθινοπωρινή καταιγίδα, μας θυμίζουν ότι η φύση έχει τον δικό της ρυθμό, αλλά εμείς συχνά μένουμε πίσω ως προς τη διαχείριση. Δεν αρκεί να διαμαρτυρόμαστε για τις πλημμύρες· πρέπει να κοιτάξουμε και την άλλη όψη του νομίσματος, την ξηρασία. Κάθε τόπος οφείλει να προστατεύσει το νερό του με το να περιορίσει τη σπατάλη, να απαγορεύσει το πότισμα κήπων με πόσιμο νερό, να ενθαρρύνει τις δεξαμενές συλλογής, να ανακυκλώνει όπου είναι εφικτό. Η προσαρμογή στην κλιματική πραγματικότητα δεν είναι μόνο τεχνικές λύσεις· είναι αλλαγή στάσης ζωής.
Η κήρυξη της Αττικής και άλλων περιοχών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε η διαδικασία κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, λόγω λειψυδρίας, σε Αττική, Λέρο και Πάτμο, με την υπογραφή των σχετικών υπουργικών αποφάσεων. Η πρόσφατη επίσημη κήρυξη της Αττικής, της Λέρου και της Πάτμου σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας παρουσιάζεται ως μια αναγκαία κίνηση που βασίζεται σε ξεκάθαρα υδρολογικά δεδομένα: χαμηλές στάθμες, μειωμένα αποθέματα, ιστορικά χαμηλό επίπεδο στον Εύηνο. Όμως, πίσω από τη “στεγνή επιστημονική γλώσσα” διακρίνεται και μια “πολιτική πίεση” , που φαίνεται να διαμορφώνεται με αφετηρία την κατάσταση στον Εύηνο και στόχο την επιτάχυνση των έργων . Και εδώ αρχίζει ο σκεπτικισμός καθώς η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό διοικητικό εργαλείο. Η χρήση του σημαίνει ότι η Πολιτεία “αναγνωρίζει” επείγουσα ανάγκη, νομιμοποιεί την παράκαμψη γραφειοκρατικών φραγμών και δίνει προτεραιότητα σε μεγάλα έργα υποδομής. Το επιχείρημα βασίζεται στην κατάσταση των ταμιευτήρων — και ιδίως στον Εύηνο, που πράγματι βρίσκεται σε χαμηλή στάθμη. Ωστόσο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι η πίεση αυτή δεν αφορά απλώς τη διαχείριση ενός υδρολογικού κύκλου, αλλά και την ανάγκη να “τρέξουν” έργα τα οποία εδώ και δεκαετίες παραμένουν στις μελέτες.. Η λειψυδρία, φυσικά, δεν είναι φανταστική.
Η χρονική όμως συγκυρία της απόφασης -σε μια περίοδο έντονων βροχοπτώσεων όπως γράψαμε στο σημερινό άρθρο μας –δημιουργεί την αίσθηση ότι επιχειρείται να μετατραπεί ένα τεχνικό ζήτημα σε πολιτική επιτάχυνση, με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο». Οι ίδιοι μηχανισμοί είχαν ενεργοποιηθεί στο παρελθόν και για αντιπλημμυρικά έργα: η επίκληση του “κατεπείγοντος” συχνά λειτουργεί όχι μόνο για να εξασφαλίσει πόρους, αλλά και για να ξεπεράσει αντιστάσεις, ενστάσεις, ακόμη και περιβαλλοντικούς ελέγχους. Το υπουργείο και η ΕΥΔΑΠ επισημαίνουν ότι η διαδικασία βασίζεται σε “επιστημονικά κριτήρια”. Αυτό είναι αληθές. Όμως η επιστήμη δεν λειτουργεί σε κενό αέρος — αξιολογεί δεδομένα που οι ίδιοι οι θεσμοί συλλέγουν και ορίζουν. Και εδώ αξίζει να θυμηθούμε ότι το υδρολογικό ζήτημα της Αττικής δεν είναι φετινό.
Ήδη εδώ και χρόνια όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μας καταγράφεται πίεση στα αποθέματα λόγω χαμηλότερης φυσικής αναπλήρωσης, ανεπαρκούς αξιοποίησης βρόχινου νερού, απωλειών στο δίκτυο, μεγάλης εξάρτησης από συγκεκριμένους ταμιευτήρες, καθυστερημένων έργων συντήρησης και ενίσχυσης Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης έρχεται, λοιπόν, να καλύψει — και να δικαιολογήσει — ένα κενό σχεδιασμού που έχει σωρευτεί επί δεκαετίες. Η ξηρασία δεν “ξέσπασε” ξαφνικά· ήταν προδιαγεγραμμένη από την ίδια την αδυναμία του συστήματος να γίνει πιο ανθεκτικό. Ενδιαφέρον έχει και το μήνυμα προς τους πολίτες καθώς δεν προβλέπονται περιορισμοί, δεν θα υπάρξουν άμεσα μέτρα, αλλά “οφείλουμε όλοι να κάνουμε οικονομία”. Πρόκειται για μια ρητορική που μεταθέτει την ευθύνη από το επίπεδο του σχεδιασμού στο επίπεδο της ατομικής συμπεριφοράς. Η εξοικονόμηση νερού είναι πράγματι σημαντική· αλλά η πραγματική λύση βρίσκεται στον ανασχεδιασμό του υδρολογικού μοντέλου της Αττικής, στη μείωση της εξάρτησης από έναν μόνο ταμιευτήρα και στην υιοθέτηση πρακτικών που εφαρμόζει ολόκληρος ο σύγχρονος κόσμος: συλλογή βρόχινου νερού, ανακύκλωση, εμπλουτισμό υδροφορέων. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης παρουσιάζεται σαν ένα τεχνικό γεγονός, όμως πίσω της διακρίνεται μια καθαρή πολιτική στόχευση: να επιταχυνθούν αποφάσεις που για χρόνια έμεναν στάσιμες, να ξεμπλοκάρουν έργα που υπό κανονικές συνθήκες θα κινούνταν με αργούς ρυθμούς ή θα συναντούσαν αντιστάσεις, να δημιουργηθεί ένα αίσθημα επείγοντος που θα δικαιολογήσει παρακάμψεις και επιτάχυνση διαδικασιών. Αν αυτή η στροφή θα αποδειχθεί σωτήρια ή αν θα περιοριστεί σε μια ακόμη κίνηση εντυπωσιασμού, θα το δείξει ο χρόνος. Όχι οι δηλώσεις, ούτε τα δελτία Τύπου, αλλά τα έργα που τελικά θα υλοποιηθούν και —το κυριότερο— το νερό που θα φτάσει στις βρύσες των πολιτών.
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
