Οι μεγάλοι ευεργέτες στήριξαν όσο λίγοι την πορεία της νεότερης Ελλάδας. Από τον Ζάππα, τον Αβέρωφ, τον Βαρβάκη, τους Ριζάρηδες, τον Συγγρό, τον Σίνα, τον Ευγενίδη, τον Σιβιτανίδη και τόσους άλλους, η χώρα γέμισε σχολεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, εκκλησίες, τεχνικές σχολές και κοινωφελή ιδρύματα, που στήριξαν την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική συνοχή και τον πολιτισμό. Δεν ήταν απλώς δωρητές· ήταν άνθρωποι που έβλεπαν τη μοίρα τους δεμένη με το μέλλον του τόπου και μετέτρεψαν την προσωπική τους ευημερία σε συλλογικό όφελος. Αυτό το πνεύμα ευεργεσίας εκφράστηκε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Η Άνδρος, για παράδειγμα, οφείλει πολλά στις μεγάλες εφοπλιστικές οικογένειες Εμπειρίκου, Γουλανδρή, Πολέμη και πολλών άλλων, που με τις δωρεές τους έκτισαν σχολεία, γηροκομεία, στήριξαν ναούς και υποδομές, αφήνοντας ένα αποτύπωμα που καθόρισε την τοπική κοινωνία. Κι αν όλα αυτά μοιάζουν “παλιές ιστορίες” του 19ου και 20ού αιώνα, οι εικόνες από την πρόσφατη αναστήλωση του Ιερού Ναού Εισοδίων της Θεοτόκου στο Αίγιο, χάρη στη δωρεά του Αθανασίου και της Μαρίνας Μαρτίνου, έρχονται να θυμίσουν ότι η παράδοση της ευεργεσίας όχι μόνο δεν έχει σβήσει, αλλά παραμένει ζωτική και απολύτως επίκαιρη.
Η Ελλάδα που χτίστηκε με δωρεές
Η ελληνική πολιτεία, από τα πρώτα βήματα του ανεξάρτητου κράτους, στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική πρωτοβουλία ομογενών, εμπόρων και εφοπλιστών. Οι Ζάππας, Αβέρωφ, Βαρβάκης, Ριζάρηδες, Σίνας, Συγγρός, Ευγενίδης, Σιβιτανίδης, Χαροκόπος και τόσοι άλλοι, δεν ήταν απλώς “πλούσιοι της εποχής”. Ήταν άνθρωποι που έστρεψαν τον πλούτο τους προς την παιδεία, χτίζοντας σχολεία, τεχνικές σχολές, πανεπιστήμια , στήριξαν την υγεία, χρηματοδοτώντας νοσοκομεία, ψυχιατρικά ιδρύματα, θεραπευτήρια και ενίσχυσαν την εθνική υπόσταση, σε εποχές όπου η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί όρθια μετά από πολέμους, προσφυγιά, οικονομικές κρίσεις. Το Ζάππειο, το Παναθηναϊκό Στάδιο, η Σχολή Ευελπίδων, το Δρομοκαΐτειο, η Σιβιτανίδειος, το Ευγενίδειο Ίδρυμα, η Ριζάρειος, το Χαροκόπειο – δεν είναι απλά κτίρια. Είναι υλικές αποδείξεις ότι μια χώρα μπορεί να κερδίσει χρόνο στην ανάπτυξη όταν κάποιοι αποφασίζουν να επενδύσουν όχι μόνο στην επιχείρησή τους αλλά και στην κοινωνία.
Αυτό το φαινόμενο δεν έμεινε μόνο στην κλίμακα της “εθνικής ευεργεσίας”. Σε κάθε τόπο, σε κάθε νησί, σε κάθε επαρχιακή πόλη, μπορεί κανείς να βρει ένα σχολείο, ένα γηροκομείο, ένα κληροδότημα, έναν ναό ή μια μικρή αλλά κρίσιμη υποδομή που φέρει πίσω της την υπογραφή ενός τοπικού ευεργέτη. Η Άνδρος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το νησί στήριξε ένα μεγάλο κομμάτι της ταυτότητάς του στις μεγάλες εφοπλιστικές οικογένειες Εμπειρίκου, Γουλανδρή, Πολέμη και πολλών άλλων. Αυτές οι οικογένειες ανέγειραν σχολεία, δίνοντας στα παιδιά του νησιού πρόσβαση στη γνώση ,στήριξαν γηροκομείο και δομές κοινωνικής πρόνοιας και χρηματοδότησαν αναστηλώσεις ναών και έργα που κράτησαν ζωντανή την ιστορική και θρησκευτική μνήμη του τόπου. Χωρίς αυτές τις πρωτοβουλίες, η Άνδρος –όπως και τόσες άλλες περιοχές– θα είχε μια εντελώς διαφορετική κοινωνική και μορφωτική φυσιογνωμία. Οι ευεργέτες δεν λειτούργησαν μόνο ως “πορτοφόλια”, αλλά ως διαμορφωτές ενός τοπικού μέλλοντος που αλλιώς δεν θα υπήρχε.
Από τους “εθνικούς ευεργέτες” στους αθόρυβους σημερινούς δωρητές
Στη σύγχρονη Ελλάδα, σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η καχυποψία, υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν σημαντικά ποσά σε έργα πολιτισμού, υγείας, παιδείας, στηρίζουν αναστηλώσεις μνημείων και ναών, χρηματοδοτούν υποδομές που διαφορετικά θα έμεναν μόνο στα χαρτιά. Πολλοί από αυτούς επιλέγουν την αφάνεια, να μην φαίνονται, να μην γίνονται πρώτο θέμα, να μη μετατρέπουν τη δωρεά σε προσωπική προβολή. Αυτή η σιωπηλή προσφορά κάνει την προσφορά τους ίσως ακόμη πιο ουσιαστική.
Η Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, τίμησε τους μεγάλους ευεργέτες Αθανάσιο και Μαρίνα Μαρτίνου για τη χορηγία τους στην πλήρη αναστήλωση του ιστορικού Ιερού Ναού Εισοδίων της Θεοτόκου στο Αίγιο, δεν είναι απλώς μια “τοπική είδηση”. Είναι μια ζωντανή συνέχεια της παράδοσης των ευεργετών Ένας ναός έργο του Τσίλλερ, “πληγωμένος” από τον σεισμό του 1995, έμεινε επί 30 χρόνια σε εκκρεμότητα. Για δεκαετίες, οι προσπάθειες του Γέροντος Αμβροσίου προσέκρουαν σε γραφειοκρατία, έλλειψη πόρων, κλειστές πόρτες. Χρειάστηκε μια μεγάλη, στοχευμένη δωρεά για να γίνει πραγματικότητα αυτό που φαινόταν ακατόρθωτο για τρεις δεκαετίες. Είναι μια ενέργεια που συνοψίζει το βάρος ενός χρέους απέναντι σε έναν τόπο και την ιστορία του,την ανακούφιση ότι το έργο σώθηκε και την αναγνώριση ότι χωρίς αυτή τη δωρεά, το μνημείο θα μπορούσε να χαθεί ή να παραμένει ερείπιο. Ο λόγος του Μητροπολίτη Ιερώνυμου, ότι «χάριν της δωρεάς των Μεγάλων Ευεργετών ο Ναός είναι πλέον ένας ζωντανός μνημειακός φάρος της τοπικής Εκκλησίας», είναι ουσιαστικά μια σύγχρονη διατύπωση αυτού που συνέβαινε και στον 19ο αιώνα: οι ευεργέτες φωτίζουν κτίρια, αλλά κυρίως φωτίζουν ορίζοντες.
Με ανάλογες ενέργειες και στο νησί μας την Άνδρο πριν λίγα χρόνια έγινε η αναστήλωση του ναού της Αγίας Ειρήνης (πάνω από τις Στενιές) που αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αθόρυβης αλλά ουσιαστικής προσφοράς του αείμνηστου Λευτέρη Πολέμη. Χάρη στη δική του πρωτοβουλία και γενναιοδωρία, ο ιστορικός αυτός ναός, που είχε υποστεί σοβαρές φθορές από τον χρόνο και τα φυσικά φαινόμενα, ξαναβρήκε την αρχική του αίγλη και την πνευματική του θέση μέσα στην κοινότητα. Ο Πολέμης αντιμετώπισε την αναστήλωση όχι ως μια τυπική εργολαβία, αλλά ως χρέος ευλάβειας και σεβασμού απέναντι στην παράδοση του νησιού, επιλέγοντας να στηρίξει πλήρως ένα έργο που διαφορετικά θα παρέμενε εκκρεμές ή θα χρειαζόταν δεκαετίες για να υλοποιηθεί. Η συμβολή του αποκατέστησε όχι μόνο ένα μνημείο πίστης, αλλά και ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης των Ανδριωτών, αφήνοντας μια παρακαταθήκη διαχρονικής αγάπης για τον τόπο του.
Γιατί έχουν τόσο μεγάλη σημασία οι ευεργέτες σήμερα;
Θα μπορούσε να πει κανείς: “Μα αυτά δεν είναι δουλειά του κράτους; Δεν θα έπρεπε τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι ναοί-μνημεία, τα πολιτιστικά έργα να χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους;”.Η απάντηση είναι ναι, σε μια ιδανική, πλήρως λειτουργική πολιτεία. Όμως η ιστορία –και η ελληνική, και η ευρωπαϊκή– δείχνει ότι πάντα υπάρχουν κενά, καθυστερήσεις, προτεραιότητες που αλλάζουν ανάλογα με τις κυβερνήσεις, τις κρίσεις, τα ελλείμματα. Ορισμένα έργα, ειδικά αυτά που αφορούν μνημεία, πολιτισμό, εξειδικευμένη εκπαίδευση ή κοινωνικές δομές, δύσκολα εντάσσονται στο “σκληρό” δημοσιονομικό σχεδιασμό.Εκεί, οι ευεργέτες δίνουν τη δυνατότητα σε έναν τόπο να κερδίσει δεκαετίες – αντί να περιμένει “κάποια στιγμή” ένα πρόγραμμα ή μια χρηματοδότηση. Επιτρέπουν έργα που δεν αποδίδουν “ψηφοθηρικό” κέρδος, αλλά έχουν μεγάλο πολιτιστικό και πνευματικό βάρος και λειτουργούν ως παράδειγμα προς μίμηση για άλλους εύπορους συμπολίτες, δείχνοντας ότι ο πλούτος μπορεί να αποκτήσει ηθική διάσταση.
Η ιστορία των μεγάλων ευεργετών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ρομαντική σελίδα στα σχολικά βιβλία. Είναι ένα ζωντανό υπόδειγμα για το πώς μια κοινωνία μπορεί να προχωτά, ακόμη κι όταν οι θεσμοί της δοκιμάζονται. Όταν η Άνδρος στήριξε σχολεία, γηροκομεία και ναούς μέσω των εφοπλιστικών οικογενειών της, δεν έκανε απλώς “χάρες”. Έχτιζε το μέλλον των παιδιών της. Όταν σήμερα το Αίγιο βλέπει τον ναό των Εισοδίων να ανασταίνεται μετά από 30 χρόνια σιωπής, οι πιστοί δεν χαίρονται μόνο για ένα κτίριο. Νιώθουν ότι κάποιος πήρε στα σοβαρά την ιστορία τους. Όταν ιδρύματα, σχολές, πανεπιστήμια και νοσοκομεία εξακολουθούν να λειτουργούν χάρη σε κληροδοτήματα του 19ου και 20ού αιώνα, αντιλαμβανόμαστε ότι η ευεργεσία δεν είναι “μία και έξω”, αλλά μια επένδυση δεκαετιών.
Το Ίδρυμα “Όραμα Ελπίδας” αποτελεί ίσως το πιο σπουδαίο αποτύπωμα της αείμνηστης Μαριάννας Βαρδινογιάννη, μιας γυναίκας που αφιέρωσε τη ζωή της στην προστασία των παιδιών που δοκιμάζονται από τον καρκίνο. Με βαθιά ανθρωπιστική πίστη και αταλάντευτη αποφασιστικότητα, δημιούργησε έναν οργανισμό που δεν πρόσφερε μόνο ιατρική στήριξη, αλλά –κυρίως– ελπίδα, αξιοπρέπεια και δεύτερες ευκαιρίες ζωής. Η Μονάδα Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών και η Τράπεζα Εθελοντών Δοτών Μυελού των Οστών αποτέλεσαν ορόσημα για την ελληνική ιατρική, σώζοντας χιλιάδες ζωές παιδιών και ενηλίκων. Το “Όραμα Ελπίδας” συμπυκνώνει το ήθος της Μαριάννας Βαρδινογιάννη: μια προσφορά χωρίς όρια, χωρίς προβολή, χωρίς αντάλλαγμα—μια πράξη βαθιάς αγάπης απέναντι στον άνθρωπο, που συνεχίζει να φωτίζει ακόμη και μετά την απουσία της.
Και δίπλα στους “μεγάλους”, υπάρχει πάντα και η μικρή, καθημερινή ευεργεσία: ο άνθρωπος που στηρίζει μια υποτροφία, ένας σύλλογος αποδήμων που χρηματοδοτεί ένα εργαστήριο πληροφορικής σε ένα σχολείο, μια οικογένεια που αναλαμβάνει την ανακαίνιση ενός αγροτικού ιατρείου. Όλα αυτά συνθέτουν ένα μωσαϊκό προσφοράς, συνεχίζοντας τη γραμμή που ξεκίνησαν οι εθνικοί μας ευεργέτες. Στο τέλος της ημέρας, η συζήτηση για τους ευεργέτες δεν είναι απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν. Είναι μια πολύ σημερινή ερώτηση: Πώς θέλουμε να χρησιμοποιείται ο πλούτος σε αυτή τη χώρα; Οι ευεργέτες –από τους Ζάππα, Αβέρωφ, Βαρβάκη, Ριζάρηδες, Σίνα, Συγγρό, Ευγενίδη, Σιβιτανίδη, Χαροκόπο, μέχρι τις σύγχρονες μορφές δείχνουν έναν δρόμο όπου η προσωπική επιτυχία μετατρέπεται σε συλλογική πρόοδο. Σε μια Ελλάδα που παλεύει με κρίσεις, ανισότητες και θεσμικές αδυναμίες, η παράδοση της ευεργεσίας δεν είναι απλώς ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Είναι ένα εργαλείο για το μέλλον – αρκεί να το αναγνωρίσουμε, να το τιμήσουμε και, όπου μπορούμε, να το συνεχίσουμε.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
