TOP STORIES Αρθρογραφια Ενδιαφέροντα άρθρα Μετεωρολογία και Κλίμα

Πιθανοί λόγοι που οδήγησαν στη καταστροφική καταιγίδα της Μάνης

 Η περίπτωση της Μάνης στις 15 Αυγούστου παρουσιάζει ιδιαίτερο μετεωρολογικό ενδιαφέρον.
Το ICON-EU προέβλεπε για την περιοχή μέγιστο ημερήσιο ύψος βροχής περίπου 6,5 mm, ενώ η δορυφορική εκτίμηση NASA GPM–IMERG έφθασε τοπικά κοντά στα 97 mm. Ο σταθμός του ΕΑΑ/meteo.gr στην Κοκκάλα Μάνης κατέγραψε στις 15 Αυγούστου 141 mm βροχής μέσα σε περίπου 4 ώρες. Μάλιστα, μόνο στο διάστημα περίπου 16:30–17:30 καταγράφηκαν 68 mm σε μία ώρα, την ώρα που η καταιγίδα παρουσίαζε τη μεγαλύτερη ένταση.
Eδώ υπάρχει ένα πολύ σημαντικό σημείο: το ICON μπορεί να είχε δει τη γενική θέση της βροχής σωστά, αφού το μέγιστο των 6,5 mm το τοποθετεί πράγματι στην Πελοπόννησο, αλλά δεν κατάφερε να αναπτύξει τον μηχανισμό αρκετά έντονα. Αυτό είναι διαφορετικό από μια πλήρη αποτυχία πρόγνωσης. Είναι περισσότερο αποτυχία έντασης και mesoscale feedback. Το ίδιο έκαναν και τα άλλα μοντέλα . 
Η διαφορά πάντως είναι πολύ μεγάλη και δείχνει πόσο δύσκολη παραμένει η πρόγνωση εντοπισμένων καταιγίδων σε περιοχές με σύνθετη κυκλοφορία και έντονο ανάγλυφο. 

ΤΙ ΕΔΙΝΑΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΜΟΝΤΕΛΑ

Για να τα συγκρίνουμε σωστά  παίρνουμε ως βάση το run 00 UTC της 14/8, δηλαδή την πρόγνωση περίπου μιας ημέρας πριν για τις βροχές της 15ης Αυγούστου. Το αρχείο του GFS της συγκεκριμένης περιόδου είναι διαθέσιμο και το Open-Meteo διατηρεί επίσης τα μεμονωμένα archived runs ECMWF και GFS, οπότε η σύγκριση μπορεί να γίνει στο ίδιο lead time.Από τον έλεγχο των χαρτών για τη νότια Πελοπόννησο, η εικόνα είναι περίπου

Πηγή Μέγιστος προβλεπόμενος/εκτιμώμενος υετός στη Μάνη
ICON-EU 6,5 mm
ECMWF IFS περίπου 8–12 mm
GFS περίπου 5–10 mm
NASA IMERG περίπου 97 mm

Άρα κανένα από τα τρία βασικά μοντέλα δεν πλησίασε την πραγματική τάξη μεγέθους. Το σημαντικό είναι ότι δεν έχουμε περίπτωση όπου το ICON «απέτυχε» αλλά το ECMWF είχε 50–70 mm. Και ECMWF και GFS βρίσκονταν επίσης πολύ χαμηλά, γενικά κάτω από ~15 mm. Τα global μοντέλα έχουν μάλιστα σαφώς πιο αδρομερή αναπαράσταση της ορογραφίας σε σχέση με το ICON-EU· το GFS που προβάλλεται στα σχετικά προϊόντα είναι περίπου 13–25 km, ενώ το ECMWF IFS είναι διαθέσιμο στα 9 km και 0,25°.

ΠΙΘΑΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΜΕΓΑΛΑ ΥΨΗ ΒΡΟΧΗΣ

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες φαίνεται ότι ήταν η σύγκλιση των ανέμων στα χαμηλά στρώματα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε η δυνατότητα να συναντηθεί μια βορειοανατολική έως ανατολική ροή, που συνδεόταν με το ενισχυμένο μελτέμι, με νοτιοδυτικότερη και σαφώς υγρότερη θαλάσσια ροή δυτικά και νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου. Μια τέτοια ζώνη σύγκλισης λειτουργεί σαν ένας μικρής κλίμακας μηχανισμός ανύψωσης: ο αέρας δεν μπορεί να συνεχίσει οριζόντια και αναγκάζεται να κινηθεί προς τα πάνω. Εφόσον υπάρχει αρκετή υγρασία και αστάθεια, η κατακόρυφη αυτή κίνηση μπορεί να οδηγήσει πολύ γρήγορα σε βαθιά μεταφορά και ισχυρή βροχόπτωση.

 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η μικρή κυκλωνική διαταραχή που συχνά σχηματίζεται νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου όταν το μελτέμι είναι ενισχυμένο. Στη δική μας παλαιότερη μετεωρολογική αργκό την αποκαλούμε, τιμητικά για έναν παλιό συνάδελφο, «το χαμηλό του Ιωάννου». Δεν πρόκειται φυσικά για επίσημο μετεωρολογικό όρο, αλλά περιγράφει εύστοχα μια τοπική διαμόρφωση της κυκλοφορίας που μπορεί να ενισχύσει τη σύγκλιση και να διαφοροποιήσει αισθητά τον άνεμο γύρω από τη νότια Πελοπόννησο. Οι ισχυρές ετησίες ροές είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν έντονα με τη γεωγραφία και την τοπογραφία του ελληνικού χώρου, δημιουργώντας τοπικές επιταχύνσεις, αποκλίσεις και συγκλίσεις. Τα ύψη βροχής μέσα στη θάλασσα είχαν υψηλές τιμές , αλλά οχι όσο στη στεριά στη Μάνη .
 Δεύτερος και πιθανώς καθοριστικός παράγοντας ήταν η ορογραφία της Μάνης και του Ταϋγέτου. Η περιοχή είναι εξαιρετικά απότομη: μέσα σε μικρή οριζόντια απόσταση ο αέρας που έρχεται από τη θάλασσα συναντά ορεινούς όγκους μεγάλου ύψους. Μια υγρή νοτιοδυτική ή δυτική συνιστώσα αναγκάζεται λοιπόν σε πρόσθετη ανύψωση στις προσήνεμες πλαγιές. Η ορογραφική ανύψωση μπορεί να μετατρέψει μια σχετικά μέτρια αστάθεια σε πολύ ισχυρότερη κατακόρυφη ανάπτυξη και να αυξήσει θεαματικά τα τοπικά ύψη βροχής. Η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι η απότομη ορογραφία αποτελεί έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς ενίσχυσης των έντονων βροχοπτώσεων, ιδιαίτερα όταν προσπίπτει πάνω της υγρή θαλάσσια ροή.
 Ένας τρίτος παράγοντας είναι η ίδια η κλίμακα του φαινομένου. Ένας πυρήνας καταιγίδας με διάμετρο λίγων μόνο χιλιομέτρων μπορεί να δώσει 50, 80 ή 100 mm σε ένα σημείο και πολύ μικρότερα ποσά δέκα ή είκοσι χιλιόμετρα μακρύτερα. Ακόμη και μοντέλα υψηλής σχετικά ανάλυσης μπορεί να προβλέψουν τον πυρήνα λίγο δυτικότερα, ανατολικότερα ή να μην κατορθώσουν να τον αναπτύξουν καθόλου. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για το γνωστό πρόβλημα “double penalty” της πρόγνωσης μεταφοράς: μικρό λάθος στη θέση μιας καταιγίδας μετατρέπεται σε τεράστιο λάθος στο σημειακό ύψος βροχής.
 Τέλος, είναι πιθανό να λειτούργησε και ένας μηχανισμός επαναλαμβανόμενης δημιουργίας κυττάρων πάνω στην ίδια περιοχή. Εάν η ζώνη σύγκλισης παρέμενε σχεδόν στάσιμη, νέοι πυρήνες μπορούσαν να σχηματίζονται διαδοχικά και να περνούν από την ίδια ζώνη — ένα είδος training. Σε αυτή την περίπτωση το συνολικό 24ωρο ύψος βροχής αυξάνεται πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς εξετάζοντας έναν μόνο καταιγιδοφόρο πυρήνα.
 
Έτσι, η μεγάλη υποεκτίμηση πιθανότατα δεν οφείλεται σε έναν μόνο λόγο. Η σύγκλιση των χαμηλών ρευμάτων, η μικρής κλίμακας κυκλωνική κυκλοφορία νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου, η παροχή υγρασίας από τη θάλασσα, η εξαιρετικά έντονη ορογραφία της Μάνης και η πιθανή επαναλαμβανόμενη ανάπτυξη καταιγίδων μπορούν μαζί να εξηγήσουν γιατί ένα μοντέλο που έβλεπε λίγα χιλιοστά βρέθηκε τελικά αντιμέτωπο με ένα φαινόμενο τάξης μεγέθους πολλών δεκάδων χιλιοστών.

Συμπερασματικά οι πιθανοί λόγοι της αποτυχίας περιγράφονται με αυτή τη σειρά σημασίας:

  1. Υποεκτίμηση της χαμηλής σύγκλισης ΝΔ/Ν Πελοποννήσου.
  2. Μη επαρκής αναπαράσταση της μικρής κυκλωνικής κυκλοφορίας — του «χαμηλού του Ιωάννου».
  3. Ισχυρή ορογραφική ενίσχυση από Ταΰγετο–Μάνη.
  4. Πιθανή συνεχής θαλάσσια τροφοδοσία υγρασίας από ΝΔ/Δ.
  5. Training/back-building καταιγίδων στην ίδια ζώνη.
  6. Χωρικό σφάλμα λίγων δεκάδων km, το οποίο σε convective precipitation μετατρέπεται σε τεράστια διαφορά στα σημειακά ύψη.
  7. Πιθανό λανθασμένο timing: αν η σύγκλιση ή η μεταφορά στο μοντέλο κράτησε 1–2 ώρες ενώ στην πραγματικότητα 4–6 ώρες, το τελικό accumulation αλλάζει δραματικά.
Η περίπτωση αξίζει να μελετηθεί αναδρομικά, γιατί είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του ότι στα έντονα καλοκαιρινά φαινόμενα της νότιας Ελλάδας η συνοπτική κατάσταση από μόνη της δεν αρκεί· η μεσοκλίμακα και η ορογραφία μπορούν τελικά να καθορίσουν το αποτέλεσμα. Για να το κλείσουμε επιστημονικά, θα χρειαστούμε τα 925 hPa wind + divergence/convergence για 09, 12 και 15 UTC της 15/8, μαζί με specific humidity. Εκεί πιστεύω ότι θα φανεί καθαρά αν το «χαμηλό του Ιωάννου» ήταν πράγματι ο βασικός μηχανισμός.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
© Το κείμενο διατίθεται με άδεια CC BY-ND 4.0. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή και χωρίς τροποποίηση του περιεχομένου.
Visited 147 times, 1 visit(s) today

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *