Κάποτε χτίζαμε τις πόλεις μας με ένα σχεδόν αδιαπραγμάτευτο σύνθημα: «τσιμέντο να γίνει». Κλείσαμε το χώμα, περιορίσαμε το πράσινο, πυκνώσαμε τη δόμηση και γεμίσαμε τον αστικό χώρο με επιφάνειες που αποθηκεύουν και επιστρέφουν θερμότητα. Σήμερα, κάθε φορά που ένα θερμόμετρο γράφει μια εντυπωσιακή τιμή, σπεύδουμε να μιλήσουμε για νέο κλιματικό ρεκόρ. Ίσως όμως πριν κοιτάξουμε τον αριθμό, πρέπει να κοιτάξουμε γύρω από το θερμόμετρο. Γιατί η πόλη δεν είναι πια η ίδια. Και όταν αλλάζει δραματικά το περιβάλλον της μέτρησης, χρειάζεται μεγάλη επιστημονική προσοχή για να ξεχωρίσουμε τι οφείλεται στο κλίμα και τι στην ίδια την αστικοποίηση.
Κάθε καλοκαίρι το ίδιο έργο. Ένας νέος σταθμός γράφει 43, 44 ή 45 βαθμούς και μέσα σε λίγα λεπτά ξεκινά η γνωστή παρέλαση τίτλων: «Νέο ιστορικό ρεκόρ». «Πρωτοφανής θερμοκρασία».«Δεν έχει ξανασυμβεί». Όμως πριν ανακηρύξουμε κάθε νέα μέτρηση σε απόδειξη μιας ιστορικής κλιματικής ανατροπής, υπάρχει ένα απλό ερώτημα που σπάνια ακούγεται: Πού ακριβώς βρίσκεται το θερμόμετρο και τι έχει συμβεί γύρω του τις τελευταίες δεκαετίες; Γιατί η Αθήνα του σήμερα δεν είναι η Αθήνα του 1950, του 1960 ή του 1970. Εκεί όπου υπήρχαν ανοιχτοί χώροι, χώμα, χαμηλή δόμηση και πράσινο, σήμερα υπάρχουν πολυκατοικίες, δρόμοι, αυτοκίνητα, κλιματιστικά, άσφαλτος και σκυρόδεμα.Πολύ σκυρόδεμα. Για δεκαετίες η λογική της ανάπτυξης ήταν μία: «Τσιμέντο να γίνει». Και έγινε. Μόνο που σήμερα πληρώνουμε τον λογαριασμό.
Δεν θερμαίνεται μόνο το κλίμα. Θερμαίνεται και η ίδια η πόλη
Η αστική θερμική νησίδα δεν είναι θεωρία. Είναι η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Το τσιμέντο και η άσφαλτος απορροφούν θερμότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας και την απελευθερώνουν αργά τη νύχτα. Η πυκνή δόμηση περιορίζει τον αερισμό. Η έλλειψη δέντρων στερεί σκιά και εξατμιστική ψύξη. Η κυκλοφορία, τα κλιματιστικά, οι μηχανές και οι ανθρώπινες δραστηριότητες προσθέτουν συνεχώς θερμότητα στο ήδη επιβαρυμένο αστικό περιβάλλον.Η πόλη μετατρέπεται σε θερμική αποθήκη. Και το χειρότερο δεν είναι πάντα το μεσημέρι. Είναι η νύχτα. Είναι η ώρα που η περιφέρεια ψύχεται και το πυκνοδομημένο κέντρο συνεχίζει να βράζει. Είναι οι ελάχιστες θερμοκρασίες που δεν πέφτουν. Είναι τα διαμερίσματα που παραμένουν ζεστά μέχρι το ξημέρωμα. Είναι η συνεχής θερμική καταπόνηση χωρίς πραγματική ανάπαυση. Αυτή είναι η πραγματική αστική κρίση θερμότητας. Και δεν χρειάζεται κανέναν εντυπωσιακό τίτλο για να γίνει σοβαρή.
Η μεγάλη παγίδα των «ρεκόρ»
Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια τοπική μέτρηση μετατρέπεται αυτομάτως σε ιστορικό κλιματικό συμπέρασμα. Σήμερα λειτουργούν πολύ περισσότεροι μετεωρολογικοί σταθμοί από ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες. Αυτό είναι θετικό. Δεν είναι όμως όλοι οι σταθμοί ίδιοι. Δεν μετρούν όλοι στο ίδιο περιβάλλον . Δεν έχουν όλοι την ίδια ιστορία.Δεν έχουν όλοι την ίδια διάρκεια λειτουργίας. Και κυρίως, δεν μπορούν όλες οι μετρήσεις να συγκρίνονται απευθείας με παλιές χρονοσειρές χωρίς επιστημονική επεξεργασία. Άλλο ένας σταθμός σε ανοιχτό χώρο. Άλλο ένας σταθμός μέσα σε πυκνή δόμηση. Άλλο ένα αεροδρόμιο. Άλλο μια αυλή με ελάχιστο πράσινο και θερμές επιφάνειες γύρω της. Άλλο το Τατόι μιας περασμένης εποχής και άλλο ένας σημερινός σταθμός εγκλωβισμένος μέσα στον αστικό ιστό. Η μέτρηση ενός σύγχρονου αστικού σταθμού μπορεί να είναι απολύτως ακριβής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αυτομάτως συγκρίσιμη με μια μέτρηση εβδομήντα ετών πριν από διαφορετικό περιβάλλον. Εδώ βρίσκεται η μεγάλη σύγχυση. Άλλο ακριβής μέτρηση και άλλο ομοιογενής κλιματική σύγκριση. Ένας μετεωρολογικός σταθμός δεν λειτουργεί σε κενό. Μετρά το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται. Αν λοιπόν γύρω του φυτρώσουν πολυκατοικίες, ασφαλτοστρωθούν μεγάλες επιφάνειες, αυξηθεί η κυκλοφορία και χαθεί το πράσινο, τότε αλλάζει και το μικροκλίμα που καταγράφει. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδες επιστημονικό ζήτημα. Διότι τότε η ανοδική τάση μιας χρονοσειράς μπορεί να περιέχει ταυτόχρονα: τη γενικότερη κλιματική θέρμανση,την τοπική αστικοποίηση, την αλλαγή χρήσεων γης, πιθανές αλλαγές οργάνων, μετακινήσεις σταθμών, μεταβολές στις συνθήκες μέτρησης. Και αν όλα αυτά μπουν στο ίδιο σακί χωρίς σοβαρή ομογενοποίηση, τότε οι αριθμοί μπορεί να είναι σωστοί, αλλά η ερμηνεία λανθασμένη. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, ελλιπής.
Οι τάσεις δεν μπορεί να πατούν στον αέρα
Η κλιματολογία δεν είναι διαγωνισμός εντυπώσεων. Δεν αρκεί να βάλουμε σε ένα γράφημα αριθμούς από διαφορετικές εποχές και διαφορετικά περιβάλλοντα και να τραβήξουμε μια ανοδική γραμμή. Πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε αν συγκρίνουμε το ίδιο πράγμα.Αυτό είναι το βασικό ερώτημα:Μετράμε την αλλαγή του κλίματος ή μετράμε ταυτόχρονα και την αλλαγή της πόλης γύρω από τον σταθμό; Χωρίς αυτή τη διάκριση, ορισμένες αστικές τάσεις κινδυνεύουν να πατούν μετέωρες. Όχι επειδή η θερμοκρασία δεν αυξάνεται. Αλλά επειδή δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς ποιο μέρος της μεταβολής οφείλεται στο ευρύτερο κλιματικό σήμα και ποιο στην ακραία τοπική μεταμόρφωση του χώρου. Αυτό δεν είναι άρνηση της κλιματικής αλλαγής. Είναι απαίτηση για καλύτερη επιστήμη.
Η Αθήνα είναι ένα τεράστιο πείραμα αστικοποίησης
Η Αθήνα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Μέσα σε λίγες δεκαετίες η πόλη εξαπλώθηκε, πύκνωσε και κάλυψε τεράστιες εκτάσεις με αδιαπέραστες επιφάνειες. Το πράσινο περιορίστηκε. Οι ελεύθεροι χώροι μειώθηκαν. Τα αυτοκίνητα πολλαπλασιάστηκαν. Η σκίαση από δέντρα αντικαταστάθηκε από σκιά πολυκατοικιών. Το χώμα αντικαταστάθηκε από άσφαλτο. Και μετά απορούμε γιατί η πόλη υπερθερμαίνεται. Η αστική θερμική νησίδα δεν δημιουργήθηκε μόνη της. Την χτίσαμε. Τετράγωνο το τετράγωνο. Πολυκατοικία την πολυκατοικία. Δρόμο τον δρόμο. Χωρίς σχέδιο, χωρίς επαρκές πράσινο, χωρίς σοβαρή πρόνοια για το μικροκλίμα. Και τώρα, αντί να εξετάσουμε σε βάθος το τι κάναμε στην πόλη, συχνά τα αποδίδουμε όλα σε μία μόνο αιτία. Αυτό είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να ξεχωρίσουμε τις αιτίες και να μετρήσουμε τη συμβολή καθεμιάς.
Τα θερμόμετρα δεν λένε ψέματα. Αλλά χρειάζονται ερμηνεία
Ας είμαστε καθαροί. Τα θερμόμετρα δεν φταίνε. Οι σταθμοί δεν «παραποιούν» από μόνοι τους τίποτα. Ένας σωστά εγκατεστημένος σταθμός καταγράφει αυτό που συμβαίνει στο περιβάλλον του. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Πόσο αντιπροσωπευτικό είναι αυτό το περιβάλλον και για ποιο σκοπό χρησιμοποιούμε τη μέτρηση; Ένας σταθμός στο κέντρο μιας υπερθερμασμένης γειτονιάς είναι εξαιρετικά χρήσιμος για να καταλάβουμε τη θερμική επιβάρυνση των κατοίκων. Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι η ίδια μέτρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτούσια για σύγκριση με έναν σταθμό άλλης εποχής και άλλης χωροθέτησης. Αυτό απαιτεί επιστημονική δουλειά. Όχι πρωτοσέλιδα.
Χρειαζόμαστε διαφορετικό δίκτυο για διαφορετικές ερωτήσεις
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σοβαρά σχεδιασμένο σύστημα παρατήρησης. Χρειαζόμαστε πυκνούς αστικούς σταθμούς για να γνωρίζουμε ποιες γειτονιές υποφέρουν περισσότερο από τη ζέστη. Πού οι νύχτες είναι πιο θερμές. Πού η θερμική καταπόνηση διαρκεί περισσότερο. Πού λείπει το πράσινο. Πού απαιτούνται παρεμβάσεις. Αλλά χρειαζόμαστε και ένα σταθερό, υψηλής ποιότητας δίκτυο αναφοράς για την παρακολούθηση της μακροχρόνιας κλιματικής μεταβολής. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι είναι. Ο σταθμός της γειτονιάς μας λέει πώς ζει η γειτονιά. Ο σταθμός αναφοράς μάς βοηθά να καταλάβουμε πώς αλλάζει το κλίμα. Και οι δύο είναι απαραίτητοι. Αλλά όχι για την ίδια δουλειά.
Λιγότερα ρεκόρ, περισσότερη επιστήμη
Ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε αρκετές μετρήσεις. Ίσως είναι ότι έχουμε ξεχάσει να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις. Πού βρίσκεται ο σταθμός; Πότε εγκαταστάθηκε; Πώς έχει αλλάξει το περιβάλλον του; Υπάρχει συνεχής και ομοιογενής χρονοσειρά; Έχουν γίνει αλλαγές οργάνων ή θέσης; Η τιμή συγκρίνεται με πραγματικά συγκρίσιμες συνθήκες; Πρόκειται για αστικό, τοπικό ή περιφερειακό ρεκόρ;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να προηγούνται κάθε βαρύγδουπου τίτλου. Γιατί στην επιστήμη δεν αρκεί να μετράς. Πρέπει να ξέρεις και τι ακριβώς μέτρησες. Η κλιματική αλλαγή είναι μια πραγματικότητα. Η αστική θερμική νησίδα επίσης. Το λάθος είναι να τις συγχέουμε. Και το ακόμη μεγαλύτερο λάθος είναι να αγνοούμε τη δεύτερη επειδή η πρώτη προσφέρεται ευκολότερα για τίτλους. Η πόλη θερμαίνεται. Το κλίμα αλλάζει. Αλλά η Αθήνα έχει κάνει και κάτι ακόμη: έχει τσιμεντώσει τον ίδιο της τον αέρα. Και πριν βγάλουμε συμπεράσματα από κάθε νέο θερμοκρασιακό ρεκόρ, καλό είναι να κοιτάξουμε πρώτα γύρω από το θερμόμετρο. Μπορεί να ανακαλύψουμε ότι πίσω από τον αριθμό δεν υπάρχει μόνο ο καιρός. Υπάρχει και ο τρόπος που χτίσαμε την πόλη. Υπάρχει η άσφαλτος. Υπάρχει το χαμένο πράσινο. Υπάρχει η άναρχη δόμηση. Υπάρχει, τελικά, μια ολόκληρη εποχή που πίστεψε πως ανάπτυξη σήμαινε μία μόνο φράση: «Τσιμέντο να γίνει».
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
© Το κείμενο διατίθεται με άδεια CC BY-ND 4.0. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή και χωρίς τροποποίηση του περιεχομένου.

Και η άρνηση της κλιματικής αλλαγής (τουλάχιστον όπως παρουσιάζεται) είναι και πάλι απαίτηση για καλύτερη επιστήμη. Η προσωπική μου άποψη.