Ο κανονικοποιημένος δείκτης υγρασίας εδάφους SSMI για την περίοδο 20–29 Ιουνίου 2026 προσφέρει πλέον μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης του ριζοστρώματος στην Ελλάδα μετά τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν κατά το πρώτο και το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα.
Ο δείκτης έχει υπολογιστεί από δεδομένα ERA5-Land του Copernicus και συγκρίνει την υγρασία του εδάφους με τις κλιματικές τιμές της περιόδου αναφοράς 1991–2020. Στον συγκεκριμένο χάρτη εξετάζεται το στρώμα από την επιφάνεια έως το βάθος των 100 εκατοστών, δηλαδή ουσιαστικά το ριζόστρωμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη φυσική βλάστηση, τις καλλιέργειες και γενικότερα το υδατικό απόθεμα του εδάφους.
Η νέα εικόνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή μας επιτρέπει να εξετάσουμε κατά πόσο οι βροχοπτώσεις του Ιουνίου άφησαν ουσιαστικό αποτύπωμα στο έδαφος και όχι μόνο μια πρόσκαιρη επιφανειακή ύγρανση.
Πώς διαβάζεται ο χάρτης
Ο SSMI είναι ένας κανονικοποιημένος δείκτης υγρασίας εδάφους. Δεν μας πληροφορεί μόνο για την απόλυτη ποσότητα νερού που υπάρχει στο έδαφος, αλλά για το πόσο διαφορετική είναι η τρέχουσα κατάσταση από εκείνη που θεωρείται φυσιολογική για την ίδια εποχή του έτους. Οι κόκκινες και πορτοκαλί αποχρώσεις δείχνουν συνθήκες ξηρότερες από το κανονικό, οι λευκές και γκρίζες αποχρώσεις αντιστοιχούν σε τιμές κοντά στα κλιματικά επίπεδα, ενώ οι γαλάζιες και μπλε αποχρώσεις υποδηλώνουν υγρασία μεγαλύτερη από τη συνήθη.
Η κλίμακα εκφράζεται σε τυπικές αποκλίσεις:
- από –1 έως +1: κατάσταση περίπου κοντά στα κανονικά επίπεδα,
- από –1 έως –2: ξηρότερες συνθήκες από το κανονικό,
- κάτω από –2: έντονα ξηρή κατάσταση,
- από +1 έως +2: υγρότερες συνθήκες,
- πάνω από +2: πολύ υγρότερη κατάσταση σε σχέση με τα συνήθη επίπεδα.
Το πρώτο και σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η χώρα δεν παρουσιάζει ενιαία εικόνα. Η κατάσταση της εδαφικής υγρασίας εμφανίζει έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις και αυτό είναι κρίσιμο τόσο από αγρομετεωρολογική όσο και από πυρομετεωρολογική άποψη.
Η νέα εικόνα στο τέλος Ιουνίου
Η περίοδος 20–29 Ιουνίου χαρακτηρίζεται από σαφώς θετικές τιμές SSMI σε μεγάλο μέρος της κεντρικής και βόρειας ηπειρωτικής Ελλάδας. Ιδιαίτερα θετικές ανωμαλίες εμφανίζονται σε τμήματα: της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, και τοπικά της Κρήτης. Σε ορισμένες περιοχές οι τιμές υπερβαίνουν το +2 και κατά τόπους προσεγγίζουν ή ξεπερνούν το +3. Πρόκειται για ισχυρό σήμα αυξημένης εδαφικής υγρασίας σε σχέση με τα κανονικά επίπεδα της εποχής. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι βροχοπτώσεις του Ιουνίου δεν είχαν παντού μόνο επιφανειακή επίδραση. Σε αρκετές περιοχές φαίνεται ότι το νερό κατόρθωσε να επηρεάσει σημαντικά και βαθύτερα στρώματα του εδάφους. Αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο συμπέρασμα της νέας ανάλυσης. Το νερό που έπεσε δεν χάθηκε παντού γρήγορα μέσω απορροής ή εξάτμισης. Σε αρκετές περιοχές αποθηκεύτηκε, τουλάχιστον προσωρινά, στο ριζόστρωμα.
Η δυτική Ελλάδα παραμένει διαφορετική
Η εικόνα δεν είναι ίδια στη δυτική και βορειοδυτική Ελλάδα. Σε τμήματα της Ηπείρου και ευρύτερα προς τη δυτική πλευρά της χώρας παρατηρούνται πιο ουδέτερες ή αρνητικές τιμές SSMI. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή δείχνει ότι η βελτίωση της εδαφικής υγρασίας δεν ήταν ομοιόμορφη. Η ερμηνεία χρειάζεται προσοχή. Η δυτική Ελλάδα έχει υψηλότερες κλιματικές τιμές εδαφικής υγρασίας σε σχέση με πολλές ανατολικές περιοχές. Συνεπώς, ακόμη και ένα σημαντικό επεισόδιο βροχής δεν οδηγεί απαραίτητα σε θετική ανωμαλία, εάν η νέα κατάσταση εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τη συνήθη τιμή για την εποχή. Εδώ φαίνεται και η μεγάλη χρησιμότητα του SSMI.
Ένας απλός χάρτης βροχής μας λέει πόσο νερό έπεσε. Ο SSMI μάς δείχνει αν, μετά από όλες τις διεργασίες του εδάφους και της ατμόσφαιρας, η τελική κατάσταση είναι ξηρότερη, φυσιολογική ή υγρότερη από το αναμενόμενο.
Τι άλλαξε μετά τις βροχές του Ιουνίου
Στην προηγούμενη ανάλυση, για την περίοδο 30 Μαΐου–8 Ιουνίου, είχαμε επισημάνει ότι ήταν επιστημονικά εύλογο να περιμένουμε βελτίωση μετά τις βροχές της 12ης Ιουνίου. Τα νέα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι, τουλάχιστον σε σημαντικό τμήμα της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, υπήρξε ουσιαστική ενίσχυση του υδατικού αποθέματος του ριζοστρώματος. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί σε ένα σημείο: χωρίς έναν ξεχωριστό χάρτη διαφοράς μεταξύ των δύο περιόδων, η σύγκριση είναι κατά βάση ποιοτική και χωρική. Δεν μπορούμε από δύο ανεξάρτητους χάρτες να ποσοτικοποιήσουμε με απόλυτη ακρίβεια πόσο αυξήθηκε ο SSMI σε κάθε σημείο. Μπορούμε όμως να διαπιστώσουμε ότι η θετική εικόνα όχι μόνο διατηρήθηκε αλλά σε πολλές περιοχές έγινε ιδιαίτερα έντονη. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι βροχές του μήνα είχαν χρόνο και ένταση ικανή, τουλάχιστον τοπικά, να περάσουν από την επιφάνεια προς βαθύτερα στρώματα του εδάφους.
Τι σημαίνει αυτό για την αγροτική παραγωγή
Από αγρομετεωρολογική πλευρά, η εικόνα είναι γενικά θετική για πολλές περιοχές της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας. Η αυξημένη υγρασία στο στρώμα 0–100 cm σημαίνει ότι οι καλλιέργειες έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο υδατικό απόθεμα. Αυτό μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη , όπως να μειώσει προσωρινά τις ανάγκες άρδευσης, να περιορίσει το υδατικό στρες, να υποστηρίξει καλύτερη ανάπτυξη του ριζικού συστήματος, και να βοηθήσει τις καλλιέργειες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα μια επόμενη περίοδο υψηλών θερμοκρασιών. Για περιοχές όπως η Θεσσαλία και τμήματα της Μακεδονίας, όπου η γεωργική δραστηριότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, η ύπαρξη θετικού υδατικού αποθέματος μέσα στο ριζόστρωμα αποτελεί σημαντικό στοιχείο ενόψει της καρδιάς του καλοκαιριού. Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η ανάγκη άρδευσης εξαλείφεται. Η πραγματική ανάγκη μιας καλλιέργειας εξαρτάται από το είδος της, το βάθος του ριζικού συστήματος, τον τύπο του εδάφους, την εξατμισοδιαπνοή, τη θερμοκρασία, τον άνεμο και τη διάρκεια της επόμενης ανομβρίας. Επομένως, ο SSMI πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης και όχι ως μοναδικό κριτήριο άρδευσης.
Υπάρχουν και πιθανοί αρνητικοί παράγοντες
Η πολύ υψηλή εδαφική υγρασία δεν έχει μόνο θετική διάσταση. Σε βαριά ή κακώς αποστραγγιζόμενα εδάφη, παρατεταμένη περίσσεια υγρασίας μπορεί να προκαλέσει μείωση του αερισμού του ριζικού συστήματος, ευνοϊκότερες συνθήκες για ορισμένες μυκητολογικές ασθένειες, δυσκολίες στην πρόσβαση γεωργικών μηχανημάτων και καθυστέρηση σε ορισμένες καλλιεργητικές εργασίες. Άρα και εδώ χρειάζεται διαφοροποίηση. Ο ίδιος θετικός δείκτης μπορεί να αποτελεί πολύτιμο υδατικό απόθεμα σε ένα καλά στραγγιζόμενο έδαφος και πρόβλημα προσωρινού κορεσμού σε ένα διαφορετικό εδαφικό περιβάλλον.
Η σχέση με τον κίνδυνο πυρκαγιάς
Η νέα εικόνα είναι θετική και από την άποψη της θερινής πυρομετεωρολογικής εξέλιξης, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην ερμηνεία. Η αυξημένη υγρασία στο ριζόστρωμα μπορεί να βοηθήσει τη ζωντανή βλάστηση να διατηρήσει υψηλότερη περιεκτικότητα σε νερό για μεγαλύτερο διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καθυστερηθεί το υδατικό στρες της βλάστησης και, σε ορισμένες περιοχές, η μετάβαση προς πιο εύφλεκτες συνθήκες. Όμως ο SSMI των 0–100 cm δεν είναι άμεσος δείκτης κινδύνου πυρκαγιάς. Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο πολύ διαφορετικούς μηχανισμούς. Η βαθιά εδαφική υγρασία επηρεάζει κυρίως τη ζωντανή βλάστηση και τη μακροπρόθεσμη αντοχή της στην ξηρασία. Αντίθετα, τα πολύ λεπτά επιφανειακά καύσιμα, όπως τα ξηρά χόρτα, λεπτά κλαδιά, πευκοβελόνες και ξερή φυλλόστρωση, μπορούν να χάσουν γρήγορα την υγρασία τους μέσα σε λίγες ημέρες υψηλών θερμοκρασιών, χαμηλής σχετικής υγρασίας και ισχυρών ανέμων. Έτσι είναι απολύτως δυνατόν το βαθύτερο έδαφος να παραμένει υγρότερο από το κανονικό, ενώ ταυτόχρονα η επιφανειακή νεκρή καύσιμη ύλη να βρίσκεται σε επικίνδυνα ξηρή κατάσταση. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα για τη χρήση του δείκτη σε σχέση με τις πυρκαγιές.
Οι βροχές προσφέρουν χρόνο, όχι ασφάλεια για όλο το καλοκαίρι
Η υψηλή εδαφική υγρασία στο τέλος Ιουνίου αποτελεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην έναρξη της θερμότερης περιόδου. Δίνει ένα είδος υδρολογικού «αποθέματος» στη βλάστηση. Αλλά αυτό το απόθεμα δεν είναι απεριόριστο. Μια παρατεταμένη περίοδος ανομβρίας, υψηλών θερμοκρασιών, έντονης εξατμισοδιαπνοής, χαμηλής σχετικής υγρασίας, και συχνών ισχυρών ανέμων, μπορεί σταδιακά να ανατρέψει τη σημερινή θετική κατάσταση. Γι’ αυτό και η παρακολούθηση πρέπει να είναι συνεχής. Ένας χάρτης SSMI αποτελεί φωτογραφία μιας περιόδου, όχι πρόβλεψη για όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι.
Η σημασία της χωρικής διαφοροποίησης
Ο νέος χάρτης υπογραμμίζει και κάτι ακόμη. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε γενικές διατυπώσεις όπως «η Ελλάδα είναι υγρή» ή «η Ελλάδα είναι ξηρή». Η εικόνα στο τέλος Ιουνίου 2026 είναι έντονα διαφοροποιημένη.Η κεντρική και βόρεια ηπειρωτική χώρα εμφανίζει σε πολλές περιοχές σημαντικό πλεόνασμα εδαφικής υγρασίας. Η δυτική και βορειοδυτική Ελλάδα εμφανίζει περισσότερο ουδέτερες ή αρνητικές αποκλίσεις. Τοπικά, ακόμη και μέσα στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια, μπορεί να υπάρχουν σημαντικές αντιθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η γεωργική διαχείριση όσο και η εκτίμηση πυρομετεωρολογικού κινδύνου πρέπει να γίνονται σε πολύ μικρότερη γεωγραφική κλίμακα.
Συμπέρασμα

Η περίοδος 20–29 Ιουνίου 2026 δείχνει ότι σημαντικό τμήμα της Ελλάδας, κυρίως στην κεντρική και βόρεια ηπειρωτική χώρα, είχε στο τέλος Ιουνίου εδαφική υγρασία σαφώς υψηλότερη από τα κανονικά επίπεδα της περιόδου 1991–2020. Οι βροχοπτώσεις του μήνα φαίνεται ότι σε αρκετές περιοχές δεν είχαν μόνο πρόσκαιρη επιφανειακή επίδραση αλλά άφησαν ουσιαστικό αποτύπωμα και στο ριζόστρωμα. Η εξέλιξη αυτή είναι θετική για πολλές καλλιέργειες, επειδή ενισχύει το υδατικό απόθεμα του εδάφους και μπορεί να περιορίσει προσωρινά το υδατικό στρες. Παράλληλα, η αυξημένη εδαφική υγρασία μπορεί να βοηθήσει τη ζωντανή βλάστηση να διατηρήσει καλύτερη υδατική κατάσταση και να καθυστερήσει μέρος της θερινής ξήρανσης. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται η υγρασία του βαθύτερου εδάφους με την άμεση υγρασία της λεπτής νεκρής καύσιμης ύλης. Ο κίνδυνος πυρκαγιάς μπορεί να αυξηθεί γρήγορα ακόμη και πάνω από σχετικά υγρά εδάφη, εάν ακολουθήσουν αρκετές ημέρες έντονης ζέστης, ξηρού αέρα και ισχυρών ανέμων. Η πραγματική αξία του SSMI βρίσκεται ακριβώς εδώ: δεν προσφέρει εύκολες γενικεύσεις, αλλά μας επιτρέπει να κατανοούμε καλύτερα τη μνήμη του εδάφους και τη διαφορετική απόκριση κάθε περιοχής στις βροχές και στην ξηρασία.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο έβρεξε. Είναι πόσο νερό αποθηκεύτηκε στο έδαφος, σε ποιο βάθος, πόσο γρήγορα καταναλώνεται και πόσο μπορεί να στηρίξει τη βλάστηση και τις καλλιέργειες μέσα στην πιο απαιτητική περίοδο του καλοκαιριού.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
© Το κείμενο διατίθεται με άδεια CC BY-ND 4.0. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά στην πηγή και χωρίς τροποποίηση του περιεχομένου.

Προφανώς και στο Ωραιόκαστρο όπου σύμφωνα με τους χάρτες έχει θετικό δείκτη υγρασίας το έδαφος, οι πολύ θερμές αέριες μάζες και η συχνή εμφάνιση ενός ξηρού ΒΔ ανέμου τις τελευταίες ημέρες, “ενεργοποίησε” τη νεκρή καύσιμη ύλη -που ήταν ξηρή- και έλαβε τέτοιες διαστάσεις η πυρκαγιά σε συνδυασμό βέβαια και με άλλους παράγοντες. Απλώς επισημαίνω μία πιθανή ερμηνεία με βάση την συγκεκριμένη μοντελοποίηση της υγρασίας στο έδαφος. Όπως και να έχει, εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο το οποίο με προσεκτική εξαγωγή συμπερασμάτων, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά.