Η ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης πλημμυρών για τη Θεσσαλία από τη συνεργασία της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του Τομέα Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ, με τη στήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας, δεν είναι απλώς μια ακόμη ενδιαφέρουσα επιστημονική είδηση. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι μια έμπρακτη απόδειξη ότι η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να υπηρετήσει άμεσα την πολιτική προστασία, αρκεί να υπάρχει συνεργασία, συνέχεια και κυρίως επιχειρησιακή στόχευση.

Αυτό είναι και το πιο σημαντικό μήνυμα της συγκεκριμένης προσπάθειας: ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά αξία μόνο όταν ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο επιχειρησιακής ετοιμότητας. Δεν αρκεί να υπάρχουν αλγόριθμοι, ούτε αρκεί να δημοσιεύονται καλά αποτελέσματα. Χρειάζεται διαρκής ροή δεδομένων, θεσμική συνέχεια, αξιολόγηση σε πραγματικά επεισόδια και, πάνω απ’ όλα, η δυνατότητα το παραγόμενο αποτέλεσμα να φτάνει έγκαιρα σε εκείνον που θα κληθεί να πάρει απόφαση. Και ακριβώς εδώ αρχίζει η μεγάλη συζήτηση για το πώς η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί την επόμενη ημέρα.
Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη. Το ECMWF έχει ήδη δείξει καθαρά την κατεύθυνση. Τα τελευταία δύο χρόνια δεν περιορίζεται μόνο στην ανάπτυξη του AIFS, του δικού του συστήματος πρόγνωσης με βάση τη μηχανική μάθηση, αλλά προχωρεί και σε κάτι εξίσου σημαντικό: ανοίγει τμήμα του οικοσυστήματος πάνω στο οποίο αυτά τα μοντέλα μπορούν να αναπτυχθούν, να δοκιμαστούν και να αξιοποιηθούν. Το ίδιο το Κέντρο έχει ανακοινώσει ότι οι χρήστες μπορούν πλέον να τρέχουν AI μοντέλα με βάση τα open data του ECMWF, ενώ το πλαίσιο Anemoi, πάνω στο οποίο στηρίζεται το AIFS, διατίθεται ως ανοικτού κώδικα εργαλείο για ανάπτυξη, εκπαίδευση και παραγωγική χρήση data-driven μοντέλων πρόγνωσης. Παράλληλα, το ECMWF έχει δώσει ανοικτά ακόμη και βάρη έκδοσης του AIFS-single, αλλά και training-ready έκδοση του ERA5 για εκπαίδευση τέτοιων συστημάτων.
Αυτό από μόνο του συνιστά μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας. Για πολλά χρόνια, η υψηλού επιπέδου αριθμητική πρόγνωση και τα συναφή τεχνολογικά εργαλεία παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό υπόθεση κλειστών ή εξειδικευμένων περιβαλλόντων. Σήμερα, όμως, το μήνυμα που εκπέμπει το ECMWF είναι διαφορετικό: ότι η πρόοδος στην τεχνητή νοημοσύνη για τον καιρό και τα υδρομετεωρολογικά φαινόμενα θα επιταχυνθεί μόνο αν περισσότερα εργαλεία, περισσότερα δεδομένα και περισσότερες υποδομές γίνουν προσβάσιμα στην ευρύτερη επιστημονική και επιχειρησιακή κοινότητα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι έχουν ανοίξει τα πάντα· υπάρχουν σαφώς διαβαθμίσεις ανάμεσα στον ανοικτό κώδικα, στα ανοικτά datasets, στα model weights και στην πλήρη επιχειρησιακή υποδομή. Όμως η κατεύθυνση είναι πλέον σαφής και, κυρίως, είναι στρατηγική.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης για την Ελλάδα είναι προφανής. Αν το Ευρωπαϊκό Κέντρο επιλέγει να διευρύνει την πρόσβαση σε εργαλεία μηχανικής μάθησης, σε έτοιμα περιβάλλοντα εκπαίδευσης και σε ανοικτά δεδομένα, τότε αυτό δημιουργεί μια ιστορική ευκαιρία και για τους εθνικούς φορείς. Όχι απλώς να «παρακολουθούν» τις εξελίξεις, αλλά να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή τεχνογνωσία ως βάση για την ανάπτυξη δικών τους εφαρμογών, προσαρμοσμένων στις ελληνικές ανάγκες. Γιατί ακριβώς αυτό δείχνει και η περίπτωση της Θεσσαλίας: ότι όταν υπάρχουν παρατηρήσεις πεδίου, σωστή επιστημονική συνεργασία και ένας σαφής επιχειρησιακός στόχος, μπορούν να παραχθούν εργαλεία πολύ υψηλής πρακτικής αξίας.
Εδώ ακριβώς συνδέεται και η ευρύτερη συζήτηση για τα υδρολογικά δεδομένα και τα ευρωπαϊκά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Το EFAS και το GloFAS έχουν δημιουργηθεί ακριβώς για να υποστηρίζουν μέτρα προετοιμασίας και απόκρισης σε πλημμυρικά επεισόδια σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα αντίστοιχα, ενώ τα σχετικά σύνολα δεδομένων τους είναι πλέον διαθέσιμα μέσω των υπηρεσιών Copernicus για χρήση από την επιστημονική και επιχειρησιακή κοινότητα. Αυτή η εμπειρία έχει ήδη αποδείξει ότι το άνοιγμα της πληροφορίας δεν ωφελεί μόνο τους ειδικούς, αλλά ενισχύει συνολικά το οικοσύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, διότι επιτρέπει περισσότερες συγκρίσεις, περισσότερες ανεξάρτητες αξιολογήσεις, καλύτερη τοπική προσαρμογή και τελικά πιο έγκαιρες και πιο αξιόπιστες αποφάσεις.
Αν λοιπόν θέλουμε να δούμε τη σημερινή ελληνική προσπάθεια να μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σύστημα, το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι θεσμικό και επιχειρησιακό. Η σταδιακή διάθεση δεδομένων από ελληνικούς φορείς είναι ασφαλώς θετική και δείχνει ότι υπάρχει βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί κάτι μεγαλύτερο. Όμως για να αποκτήσει το σύστημα καθαρά επιχειρησιακό χαρακτήρα, δεν αρκεί μια ερευνητική ή περιφερειακή επιτυχία. Απαιτείται η ουσιαστική συμμετοχή της ΕΜΥ, ακριβώς επειδή η ΕΜΥ είναι ο θεσμικός φορέας που μπορεί να ενώσει τη μετεωρολογική πρόγνωση, την επιχειρησιακή επιτήρηση, την έγκαιρη προειδοποίηση και τη διασύνδεση με την πολιτική προστασία. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, ο κίνδυνος είναι να έχουμε ένα πολύ καλό επιστημονικό προϊόν, αλλά όχι ακόμη ένα πλήρως εθνικό επιχειρησιακό εργαλείο.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει αυτές τις δυνατότητες ως παράπλευρη τεχνολογική εξέλιξη. Οι πλημμύρες, όπως και οι δασικές πυρκαγιές ή τα σύνθετα φαινόμενα που συνδέουν καιρό, απορροή και ευπάθεια υποδομών, απαιτούν πλέον νέα εργαλεία. Και αυτά τα εργαλεία δεν θα προκύψουν ούτε μόνο από τα κλασικά μοντέλα, ούτε μόνο από την τεχνητή νοημοσύνη. Θα προκύψουν από τον συνδυασμό των δύο, από το άνοιγμα των δεδομένων, από τη θεσμική συνεργασία και από τη βούληση να μετατραπεί η γνώση σε οργανωμένη επιχειρησιακή ισχύ.
Αυτό ακριβώς μας διδάσκει και το παράδειγμα του ECMWF. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντιμετωπίζεται εκεί ως επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά ως οικοσύστημα: με ανοικτό κώδικα, με κοινά εργαλεία, με υποδομές εκπαίδευσης, με ανοικτά δεδομένα και με σαφή στόχο την αξιοποίηση από περισσότερους χρήστες. Αν η Ελλάδα θελήσει πραγματικά να περάσει σε μια νέα εποχή πρόγνωσης πλημμυρών και γενικότερα περιβαλλονικών κινδύνων, τότε ο δρόμος δεν είναι να εφεύρει τα πάντα από την αρχή, αλλά να πατήσει πάνω σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα και να τη μεταφράσει σε εθνικό επιχειρησιακό σχέδιο.
Με απλά λόγια, η Θεσσαλία δείχνει ότι μπορούμε. Το ECMWF δείχνει πώς. Το ζητούμενο τώρα είναι αν θα υπάρξει η βούληση ώστε αυτή η γνώση να μην μείνει διάσπαρτη, αλλά να ενωθεί σε ένα πραγματικά επιχειρησιακό εθνικό σύστημα, με τη συμμετοχή όλων των κρίσιμων δημόσιων φορέων και πρωτίστως της ΕΜΥ.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
