Τελευταία ημέρα του καύσωνα σήμερα , ο οποίος είχε διάκεια 4 ημερών με θερμοκρασίες πάνω απο 39 βαθμούς, όμως δεν
ξεπέρασε τους 41 βαθμούς Κελσίου και θεωρείται ως καύσωνας μετρίας το πολύ εντάσεως. Μόνο στη Λαμία στις 8-7-2025 σημειώθηκαν 41.6°C λόγω καταβατικών δυτικών ανέμων. Γεγονός είναι ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της αυξημένης θερμοκρασίας εντός των μεγάλων αστικών κέντρων, με την Αθήνα να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Συχνά αποδίδεται άκριτα η άνοδος της θερμοκρασίας στην «κλιματική αλλαγή», χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η πολυπαραγοντική φύση του φαινομένου και κυρίως ο ρόλος της έντονης αστικοποίησης. Η σταδιακή μεταμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος σε τεχνητό έχει συμβάλει στη δημιουργία και ενίσχυση του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας – μιας διαφοράς θερμοκρασίας ανάμεσα στην πόλη και τις γύρω αγροτικές ή φυσικές περιοχές, που οφείλεται σε ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΡΕΚΟΡ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ
Στο πλαίσιο αυτό, πολλά μέσα ενημέρωσης και οργανισμοί δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα «σπασίματα ρεκόρ» θερμοκρασιών. Πράγματι, η εγκατάσταση δεκάδων νέων μετεωρολογικών σταθμών σε περιοχές με πυκνή δόμηση έχει οδηγήσει σε εντυπωσιακές καταγραφές, κυρίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ωστόσο, η σύγκριση αυτών των τιμών με δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών είναι στατιστικά και επιστημονικά προβληματική. Παλαιότερα, το δίκτυο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ) βασιζόταν σε λιγοστούς σταθμούς, συχνά τοποθετημένους σε αεροδρόμια, όπως το Τατόι, η Ελευσίνα και το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού – περιοχές που βρίσκονταν σε ημι-αγροτικό ή ημι-αστικό περιβάλλον. Αντιθέτως, σήμερα πολλοί από τους νέους σταθμούς είναι τοποθετημένοι σε μικροπεριβάλλοντα με έντονη αστική επιβάρυνση: ανάμεσα σε πολυκατοικίες, σε οδοστρώματα με έντονη κυκλοφορία ή σε σχολικές αυλές με περιορισμένο πράσινο. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θερμική καταγραφή, αλλά όχι αναγκαστικά την πραγματική κλιματική μεταβολή σε περιφερειακή ή εθνική κλίμακα.
Ο ιστορικός σταθμός του Εθνικού Αστεροσκοπείου στο Θησείο αποτελεί ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα μακροχρόνιας καταγραφής θερμοκρασιών στην Αθήνα. Βρίσκεται στον ίδιο χώρο από το 19ο αιώνα και διαθέτει αξιόπιστο αρχείο. Παρά την αυξανόμενη αστικοποίηση, η ετήσια μέση θερμοκρασία στο Θησείο εμφανίζει μεν ανοδική τάση, αλλά αυτή είναι σταδιακή και συγκρίσιμη με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όχι όμως δραματική όπως θα υπέθετε κανείς διαβάζοντας τους τίτλους περί «καύσωνα-ρεκόρ».
Αντίθετα, ο σταθμός της Νέας Φιλαδέλφειας, ο οποίος παλαιότερα θεωρούταν αντιπροσωπευτικός για αστικές περιοχές, έχει τα τελευταία χρόνια αλλάξει χαρακτηριστικά. Η αντικατάσταση του παραδοσιακού ανθρώπινου παρατηρητή με αυτόματο αισθητήρα, χωρίς τις κατάλληλες διορθώσεις που επιβάλλει ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (WMO), εγείρει σοβαρά ερωτήματα αξιοπιστίας. Παράλληλα, η αστική μεταμόρφωση της περιοχής έχει επιδεινώσει τις μικροκλιματικές συνθήκες, ενισχύοντας τις καταγραφόμενες θερμοκρασίες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μακροσκοπική μεταβολή του κλίματος.
Η Αθήνα είναι μία από τις ευρωπαϊκές πόλεις με το χαμηλότερο ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο. Η απουσία σκιερών επιφανειών, η αύξηση του σκυροδέματος, η κυκλοφοριακή συμφόρηση και η αποψίλωση χώρων πρασίνου οδηγούν σε σημαντική απορρόφηση και επανεκπομπή θερμότητας. Η θερμική νησίδα ενισχύεται τόσο τη μέρα όσο και τη νύχτα, καθώς οι επιφάνειες διατηρούν υψηλές θερμοκρασίες και περιορίζουν τη νυχτερινή ψύξη της ατμόσφαιρας.
Η σταδιακή απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον και η υποβάθμιση των αστικών μικροκλιμάτων επιβάλλουν ποσοτικοποίηση της αλλοίωσης αυτής. Δηλαδή, πριν εξαχθούν συμπεράσματα περί κλιματικής αλλαγής στη βάση τοπικών ρεκόρ, πρέπει να αναλυθεί επιστημονικά σε τι βαθμό η αύξηση της θερμοκρασίας οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα εντός των πόλεων και όχι στη γενικότερη αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ
Προκειμένου να υπάρξει αξιόπιστη παρακολούθηση της κλιματικής μεταβολής, απαιτείται επανεξέταση της κατανομής και της ποιότητας των μετεωρολογικών σταθμών. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον δύο μεγάλα δίκτυα: αυτό της ΕΜΥ και εκείνο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, καθώς και δεκάδες δίκτυα πολιτών ή Δήμων. Παρόλα αυτά, το αντιπροσωπευτικό και επιστημονικά ορθό δείγμα παραμένει ζητούμενο.
Η τοποθέτηση σταθμών σε αστικές “παγίδες θερμότητας” χωρίς αναγωγή των τιμών σε κλιματικά ορθές συνθήκες, οδηγεί σε υπερεκτίμηση της θερμικής επιβάρυνσης. Είναι απαραίτητο να διαχωρίζονται τα δεδομένα σε αστικά, ημιαστικά και αγροτικά, και να δημιουργηθούν διορθωτικές εξισώσεις βάσει διεθνών προτύπων. Μόνο τότε θα είναι δυνατή η σύγκριση με τα παλαιότερα δεδομένα και η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα – και ειδικά στις πόλεις – πρέπει να γίνει με επιστημονική ακρίβεια και πολυπαραγοντική προσέγγιση. Η θερμική επιβάρυνση που βιώνουμε στις πόλεις δεν αποτελεί αποκλειστικά ένδειξη κλιματικής μεταβολής, αλλά είναι κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα κακού πολεοδομικού σχεδιασμού, μείωσης πρασίνου και άναρχης δόμησης. Η ποσοτικοποίηση αυτών των παραμέτρων και η επαναξιολόγηση των μετεωρολογικών δεδομένων είναι απαραίτητη για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων. Αντί να αναπαράγουμε εντυπωσιακούς τίτλους, οφείλουμε να κατανοήσουμε τη ρίζα του προβλήματος και να δράσουμε με σχέδιο για να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειές του.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
