Τα τελευταία χρόνια, οι αναφορές για «τον πιο ζεστό μήνα στην ιστορία» πληθαίνουν, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται συνήθως σε στατιστικά μοντέλα και παγκόσμιες βάσεις δεδομένων, όπως του NOAA, της NASA, της Υπηρεσίας Copernicus Climate Service (C3S) ή του Berkeley Earth. Ωστόσο, όταν γίνεται αναφορά ότι ο Ιούνιος του 2025 στη χώρα μας ήταν ο δεύτερος πιο ζεστός από το 2010, γεννώνται εύλογα ερωτήματα για τη στατιστική εγκυρότητα τέτοιων ισχυρισμών, τη χρονική επάρκεια του δείγματος, και την αντιπροσωπευτικότητα των στοιχείων.
Το πρόβλημα του περιορισμένου χρονολογικού βάθους
Η στατιστική σύγκριση θερμοκρασιών σε ορίζοντα μόλις 10 ή 15 ετών (π.χ. “από το 2010”) δημιουργεί κινδύνους υπερερμηνείας. Ένα τόσο μικρό δείγμα δεν επιτρέπει την εξαγωγή στατιστικά ασφαλών συμπερασμάτων για κλιματικές τάσεις, ούτε για τοπικά ρεκόρ. Το ενδεχόμενο φυσιολογικών διακυμάνσεων είναι μεγάλο, ενώ η πιθανότητα «νέων ρεκόρ» είναι στατιστικά αυξημένη, απλώς λόγω περιορισμένης βάσης αναφοράς.
Η αξιοπιστία αυτών των συγκρίσεων μειώνεται, γιατί οι φυσικές μεταβλητότητες (π.χ. ENSO, NAO) ενδέχεται να προκαλέσουν ακραία γεγονότα εντός της μικρής περιόδου. Επίσης η σύγκριση με μόλις 14 ή 15 χρονιές μεγιστοποιεί την πιθανότητα ένα έτος να ξεχωρίσει ως “ακραίο”, ακόμα κι αν δεν είναι ιστορικά μοναδικό. Η σωστή προσέγγιση απαιτεί σύγκριση με πολύ μεγαλύτερη βάση δεδομένων, ιδανικά με χρονοσειρές τουλάχιστον 50 ή 100 ετών, ομογενοποιημένες, ώστε να αποφεύγονται ασυνέπειες λόγω αλλαγών στις θέσεις σταθμών, στον εξοπλισμό ή στο περιβάλλον.
Γιατί δεν χρησιμοποιούνται τα δεδομένα της ΕΜΥ;
Η Ελλάδα διαθέτει την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΕΜΥ), η οποία είναι ο επίσημος κρατικός φορέας με αρμοδιότητα στη συλλογή, ανάλυση και διάθεση μετεωρολογικών δεδομένων. Παρά το γεγονός ότι το δίκτυο της ΕΜΥ δεν είναι ιδιαίτερα πυκνό, διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα , καθώς οι σταθμοί της είναι πιστοποιημένοι σύμφωνα με τα πρότυπα του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού (WMO) , τα δεδομένα υπόκεινται σε συστηματικό ποιοτικό έλεγχο και βαθμονόμηση , ενώ η ΕΜΥ έχει χρονοσειρές πολλών δεκαετιών για αρκετούς σταθμούς, που επιτρέπουν μακροπρόθεσμες αναλύσεις.
Ωστόσο, τα δεδομένα αυτά δεν είναι δημόσια προσβάσιμα σε πραγματικό χρόνο, ούτε διατίθενται σε οργανωμένα αρχεία για επιστημονική χρήση χωρίς ειδική άδεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα:
- Να μην χρησιμοποιούνται τα δεδομένα της ΕΜΥ σε διεθνείς στατιστικές εκτιμήσεις.
- Να χάνεται η δυνατότητα για τεκμηριωμένες, τοπικές αναλύσεις στη βάση ελληνικών δεδομένων.
- Να κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση μοντέλα παγκόσμιας ή ευρωπαϊκής εμβέλειας, που δεν αποτυπώνουν επαρκώς τη χωρική ποικιλία του ελληνικού κλίματος.
Πρέπει να διατίθενται ελεύθερα τα δεδομένα της ΕΜΥ ; Η σημασία της ομογενοποίησης δεδομένων
Η διεθνής πρακτική υποδεικνύει ότι η ελεύθερη πρόσβαση στα κλιματικά δεδομένα είναι προς όφελος της επιστημονικής κοινότητας, της κοινωνίας και της διαφάνειας. Σε πολλές χώρες τα εθνικά μετεωρολογικά ιδρύματα,(όπως στην Γερμανία με την DWD , την AEMET στην Ισπανία, ή η Met Office στο Ηνωμένο Βασίλειο παρέχουν δωρεάν ιστορικά και πρόσφατα δεδομένα μέσα από API ή ανοιχτές πλατφόρμες. Το ευρωπαϊκό δίκτυο ECA&D -European Climate Assessment & Dataset (μετέχει η ΕΜΥ αλλά με λίγους σταθμούς) συγκεντρώνει εθνικά δεδομένα με στόχο την ενοποιημένη και ομογενοποιημένη επεξεργασία. Οι σταθμοί αυτοί αποτελούν σημεία αναφοράς για την αξιολόγηση της ακρίβειας των παγκόσμιων κλιματικών μοντέλων. Η ελεύθερη διάθεση δεδομένων από την ΕΜΥ —έστω και επιλεκτικά για βασικούς σταθμούς και μεταβλητές— θα ενίσχυε την επιστημονική έρευνα, την κλιματική τεκμηρίωση σε τοπικό επίπεδο και την αξιοπιστία των δημόσιων ανακοινώσεων για ακραία καιρικά φαινόμενα.
Η ομογενοποίηση είναι μια κρίσιμη διαδικασία στατιστικής επεξεργασίας που διορθώνει τις αλλαγές στη θέση των μετεωρολογικών σταθμών, τις μεταβολές του εξοπλισμού (π.χ. αισθητήρες, κλωβοί κ.α) , τις αστικές επιδράσεις και τις μικροκλιματικές αλλοιώσεις. Χωρίς αυτήν, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη μακροχρόνια τάση της θερμοκρασίας. Η Ισπανία (AEMET): εφαρμόζει προγράμματα ομογενοποίησης εδώ και δεκαετίες. Οι μετρήσεις διευθετούνται ώστε να αποτυπώνουν μόνο τη φυσική κλιματική μεταβολή. Το ίδιο γίνεται και στη Γερμανία (DWD) η οποία διαθέτει πλήρως ομογενοποιημένα αρχεία από το 1881, διαθέσιμα δημόσια. Τοι Ηνωμένο Βασίλειο επίσης δημιουργεί ομογενοποιημένες χρονοσειρές με χωρική συνάφεια, ώστε να αποφεύγονται τοπικές στρεβλώσεις.
Η ΕΜΥ παρότι διαθέτει κάποιες χρονοσειρές μπορεί και πρέπει στο μέλλον να ακολουθήσει ανάλογες πρακτικές . Η συνεργασία με διεθνείς φορείς θα ενίσχυε την αξιοποίηση του πλούσιου αρχείου της.
Και για να επανέλθουμε στο θέμα μας , η αναφορά ότι ο Ιούνιος του 2025 ήταν ο δεύτερος πιο ζεστός από το 2010 είναι, υπό στατιστικό πρίσμα, αδύναμη. Το μικρό δείγμα των ετών, η απουσία πλήρους ομογενοποίησης και η μη αξιοποίηση των ελληνικών δεδομένων συνιστούν σοβαρά προβλήματα. Για να ενισχυθεί η εγκυρότητα τέτοιων εκτιμήσεων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μακροχρόνιες, πιστοποιημένες χρονοσειρές, τα δεδομένα της ΕΜΥ πρέπει να διατίθενται ελεύθερα στην επιστημονική κοινότητα και να εξετάζεται η χρήση τους σε συνδιασμό με τις χρονοσειρές άλλων φορέων . Τέλος να εφαρμόζονται μέθοδοι ομογενοποίησης και ποιοτικού ελέγχου, όπως γίνεται σε Ισπανία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ελλάδα έχει το επιστημονικό δυναμικό και την τεχνική υποδομή για να πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία αξιόπιστων, εθνικών κλιματικών δεικτών. Η ανοικτότητα στα δεδομένα και η υιοθέτηση διεθνών καλών πρακτικών αποτελούν το πρώτο και ουσιώδες βήμα.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
