TOP STORIES Αρθρογραφια Κοινωνία Περιβάλλον & Ενέργεια

Από την Αλάσκα στη Γροιλανδία – Γιατί η Αρκτική έγινε ξανά πεδίο ισχύος

Σε παλαιότερα άρθρα μου έχω τονίσει τη μεγάλη σημασία του Κριμαϊκού Πολέμου, όχι μόνο ως γεωπολιτικού ορόσημου αλλά και ως αφετηρίας μιας θεσμικής τομής και πολιτικών αλλαγών . Η ήττα και τα διδάγματα του πολέμου έδωσαν το έναυσμα για τη δημιουργία των πρώτων εθνικών Μετεωρολογικών Υπηρεσιών, αρχικά στη Γαλλία και ακολούθως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί, μετά τη Μετεωρολογική Βόμβα του 1854 , μέσα από την ανάγκη κατανόησης και πρόγνωσης του καιρού για στρατιωτικούς και ναυτικούς λόγους, γεννήθηκε η οργανωμένη μετεωρολογία.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο Κριμαϊκός Πόλεμος άφησε τη Ρωσία οικονομικά εξαντλημένη και στρατηγικά εκτεθειμένη. Η «Ρωσική Αμερική», η μετέπειτα Alaska, έμοιαζε όλο και περισσότερο με βάρος: καθώς ήταν απομακρυσμένη, δύσκολα υπερασπίσιμη και με τον μόνιμο φόβο ότι θα καταληφθεί από τη Βρετανία, η οποία κυριαρχούσε στον Καναδά.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μόλις δύο χρόνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, αναζητούσαν στρατηγικό βάθος στον Ειρηνικό, πρώτες ύλες και –ίσως το σημαντικότερο– επιβεβαίωση της ανόδου τους ως παγκόσμια δύναμη. Ο υπουργός Εξωτερικών William H. Seward πίστευε βαθιά στην επέκταση προς βορρά και δύση. Η συμφωνία που διαπραγματεύτηκε με τον Ρώσο διπλωμάτη Eduard de Stoeckl οδήγησε στη Συνθήκη Εκχώρησης του 1867, με τίμημα 7,2 εκατ. δολάρια – ποσό που τότε θεωρήθηκε υπερβολικό. Η κοινή γνώμη μίλησε ειρωνικά για το περίφημο “Seward’s Folly”. Η ιστορία, όμως, αποδείχθηκε αμείλικτη με την ειρωνεία: χρυσός, πετρέλαιο, φυσικό αέριο και, σήμερα, μια κρίσιμη γεωστρατηγική θέση στην Αρκτική κατέστησαν την αγορά της Αλάσκας μία από τις πιο επιτυχημένες κινήσεις στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Η πρόσφατη συζήτηση για ενδεχόμενη «αγορά» της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ δεν είναι τόσο καινούργια όσο φαίνεται. Το 1867 καταγράφεται η πρώτη απόπειρα αμερικανικής κυβέρνησης να αγοράσει τη Γροιλανδία από τη Δανία. Το1917 στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Αμερικανοί πρότειναν στη Δανία να αγοράσουν τις Δανικές Δυτικές Ινδίες, ένα σύμπλεγμα μικρών νησιών στη Καραϊβική .Το Μάρτιο του 1917 οι Αμερικανοί πήραν τον έλεγχό τους και  τα ονόμασαν “Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι”. Στη συνθήκη του 1917 μεταξύ ΗΠΑ και Δανίας για την αγορά των Δανικών Δυτικών Ινδιών υπήρχε όρος σύμφωνα με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση αναγνώριζε την κυριαρχία της Δανίας σε ολόκληρη τη Γροιλανδία. Ήδη από το 1946, η Ουάσινγκτον είχε προσφέρει 100 εκατ. δολάρια στο Βασίλειο της Δανίας για τη Γροιλανδία. Η απάντηση τότε –και σήμερα– ήταν αρνητική. Και όχι τυχαία. Η  Γροιλανδία αποτελεί αυτόνομη περιοχή, με δική της κυβέρνηση και ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα. Παρ’ όλα αυτά, το αμερικανικό ενδιαφέρον εδράζεται σταθερά σε τρεις πυλώνες: την αρκτική γεωστρατηγική (προσβασιμότητα, αεροναυτική και διαστημική επιτήρηση), τις σπάνιες γαίες και τον ορυκτό πλούτο, και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό με Ρωσία και Κίνα στον Βόρειο Πόλο. Σε αντίθεση με την Αλάσκα του 1867, η Γροιλανδία δεν είναι αποικία προς εκχώρηση· η ιδέα της «αγοράς» λειτουργεί σήμερα περισσότερο ως πολιτικό σήμα προθέσεων παρά ως ρεαλιστικό σενάριο.

Βεβαίως, η ιστορία γνωρίζει αρκετές εδαφικές αγοραπωλησίες, ιδίως στον 18ο και 19ο αιώνα. Η Louisiana Purchase του 1803 από τη Γαλλία του Nαπολέοντα, η απόκτηση της Φλόριντα από την Ισπανία το 1819, η αγορά των Danish West Indies –σημερινών United States Virgin Islands– το 1917 ή ακόμη και η μακροχρόνια μίσθωση του Χονγκ Κονγκ από τη Βρετανία το 1898, ανήκουν σε μια εποχή όπου η κυριαρχία θεωρούνταν εμπορεύσιμη. Στον 21ο αιώνα, το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά: τα κράτη δεν «πωλούν» εδάφη, αλλά διαπραγματεύονται επιρροή μέσω βάσεων, επενδύσεων, ενεργειακών και μεταλλευτικών συμφωνιών και διπλωματικών συμμαχιών.  Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Γροιλανδία είναι πρωτίστως άμυνα. Εκεί βρίσκεται η Pituffik Space Base (πρώην Thule), ένας κρίσιμος κρίκος της αλυσίδας έγκαιρης προειδοποίησης του NORAD. Από εκεί «βλέπεις» πρώτος ό,τι έρχεται από τον Βορρά. Βαλλιστικούς πυραύλους, υπερηχητικά όπλα, αλλά και διαστημικά αντικείμενα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι, για την Ουάσινγκτον, η Γροιλανδία είναι περισσότερο ραντάρ παρά νησί. 

H μετεωρολογική οπτική

Αν το δούμε με την μετεωρολογική οπτική η περιοχή της Γροιλανδίας και γενικότερα η Αρκτική θερμαίνεται διπλάσια από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Η υποχώρηση των πάγων δεν είναι απλώς γεωγραφική αλλαγή, αλλά αποτελεί δυναμική μεταβολή της ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας. Αποδυναμώνεται η θερμοκρασιακή κλίση Βορρά–Νότου, μεταβάλλεται ο πολικός αεροχείμαρρος, αυξάνονται οι μεσημβρινές ροές. Το αποτέλεσμα το βιώνουμε στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη με πιο επίμονους καύσωνες, ψυχρές εισβολές, ισχυρές κακοκαιρίες με μεγάλα ύψη υετού. Με άλλα λόγια, ό,τι συμβαίνει στην Αρκτική ή την Γροιλανδία δεν μένει στην Αρκτική. Η «κλιματική ασφάλεια» δεν είναι αφηρημένος όρος. Συνδέεται άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια, τις υποδομές, την ενέργεια και, τελικά, την κοινωνική συνοχή. Όταν λοιπόν οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για παρουσία και έλεγχο στον Βορρά, δεν διακυβεύεται μόνο η γεωπολιτική ισορροπία, αλλά και η ικανότητά μας να προβλέπουμε και να διαχειριζόμαστε τον καιρό και το κλίμα των επόμενων δεκαετιών.

Η Γροιλανδία βρίσκεται στο επίκεντρο ακριβώς επειδή συνδυάζει τα πάντα: γεωγραφία, άμυνα, πόρους και έναν από τους μεγαλύτερους παγετώνες του πλανήτη. Η ιδέα της «αγοράς» που ακούστηκε στο παρελθόν δεν ήταν διπλωματικό φάλτσο· ήταν η πιο ρεαλιστική παραδοχή ότι η Αρκτική έχει περάσει από τη θεωρία στην πράξη και ότι η κλιματική αλλαγή επιταχύνει αυτή τη μετάβαση. Ως μετεωρολόγος, δεν μπορώ να δω τη Γροιλανδία μόνο μέσα από τον ορυκτό πλούτο, τα ραντάρ και τις βάσεις. Τη βλέπω και ως ρυθμιστή του καιρού που βιώνουμε καθημερινά, ως το σημείο όπου η φυσική της ατμόσφαιρας συναντά την πολιτική της ισχύος. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα . Να παρατηρείς σε έναν πλανήτη που θερμαίνεται, ο ανταγωνισμός να μην ψύχεται και αντίθετα να σκληραίνει. Η μετεωρολογία απλώς σε καθοδηγεί –σχεδόν τυχαία– μέσα από γεγονότα που σε οδηγούν να αγγίξεις και άλλους κλάδους: τη γεωστρατηγική και την πολιτική. Και εκεί, ο καιρός παύει να είναι μόνο φυσικό φαινόμενο και γίνεται ξεκάθαρα παράγοντας ισχύος.

Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Visited 145 times, 1 visit(s) today

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *