Δύο πρόσφατες κακοκαιρίες επηρέασαν τη χώρα μας με αξιόλογα, κατά τόπους έντονα φαινόμενα, χωρίς ωστόσο να τους αποδοθεί όνομα. Το γεγονός επαναφέρει ένα εύλογο ερώτημα: έχει ατονήσει ο θεσμός της ονοματοδοσίας των κακοκαιριών ή εφαρμόζεται πλέον με διαφορετικά κριτήρια;
Η ονοματοδοσία καθιερώθηκε το 2021, στο πλαίσιο της συνεργασίας της ΕΜΥ με τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Κύπρου και του Ισραήλ. Σκοπός της δεν ήταν η επικοινωνιακή προβολή των καιρικών συστημάτων, αλλά η ευκολότερη αναγνώριση επικίνδυνων φαινομένων και η αποτελεσματικότερη διάδοση των προειδοποιήσεων. Ασφαλώς, δεν χρειάζεται να αποκτά όνομα κάθε βαρομετρικό χαμηλό. Η απόφαση πρέπει να βασίζεται στην αναμενόμενη επικινδυνότητα και στις πιθανές επιπτώσεις, όχι απλώς στην ένταση των φαινομένων. Θα ήταν όμως χρήσιμο να γνωρίζουμε γιατί οι δύο πρόσφατες διαταραχές δεν ονομάστηκαν και ποια επιχειρησιακά κριτήρια εφαρμόστηκαν. Η διαφάνεια ενισχύει την αξιοπιστία ενός θεσμού που εξακολουθεί να έχει ουσιαστική αξία.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα από την απουσία ονόματος: η ανεπαρκής δημόσια επικοινωνία της ίδιας της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.
Η επίσημη παρουσία της ΕΜΥ στα κοινωνικά δίκτυα έχει ουσιαστικά ατονήσει, με τον λογαριασμό της στο X να παραμένει ανενεργός εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο από το καλοκαίρι του 2025. ( https://x.com/EMY_HNMS ) . Σε μια εποχή που η άμεση ψηφιακή ενημέρωση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έγκαιρης προειδοποίησης, μια τέτοια κατάσταση δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό.
Μια Μετεωρολογική Υπηρεσία δεν ολοκληρώνει την αποστολή της με την έκδοση ενός έκτακτου δελτίου και την ανάρτησή του στην ιστοσελίδα της. Οφείλει να εξασφαλίζει ότι η πληροφορία φτάνει έγκαιρα, με σαφήνεια και χωρίς παραμορφώσεις στους πολίτες. Διαφορετικά, το επικοινωνιακό κενό καλύπτεται από τρίτους, συχνά με διαφορετικές προσεγγίσεις και με κίνδυνο υπερβολών ή παρερμηνειών. Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο όταν μια κακοκαιρία δεν έχει όνομα, καθώς απουσιάζει ένα επιπλέον στοιχείο αναγνωρισιμότητας που διευκολύνει τη δημόσια ενημέρωση.
Η ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση είναι πρωτίστως διοικητική. Δεν αφορά τους επιχειρησιακούς μετεωρολόγους, οι οποίοι καθημερινά επιτελούν το επιστημονικό τους έργο, αλλά την οργάνωση, τις προτεραιότητες και τον σχεδιασμό της Διοίκησης. Η λειτουργία επίσημων διαύλων επικοινωνίας, η συνεχής επικαιροποίηση των προειδοποιήσεων και η αποτελεσματική διάδοσή τους δεν αποτελούν δευτερεύουσες δραστηριότητες. Είναι βασικές υποχρεώσεις μιας σύγχρονης Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.
Παράλληλα, σε πολλές ευρωπαϊκές Μετεωρολογικές Υπηρεσίες η προειδοποίηση συνοδεύεται από αναλυτικότερη πληροφόρηση για τα προβλεπόμενα ύψη βροχής, τη χρονική κατανομή των φαινομένων, τις περιοχές μεγαλύτερης επικινδυνότητας και άλλες κρίσιμες παραμέτρους. Η ΕΜΥ διαθέτει επιστημονικό προσωπικό και η Πολιτεία έχει τη δυνατότητα συνδρομής και από ειδικούς άλλων επιστημονικών πεδίων, όπως οι υδρολόγοι. Επομένως, η ενίσχυση της εξειδικευμένης πληροφόρησης, ιδιαίτερα για επεισόδια έντονων βροχοπτώσεων και πλημμυρικού κινδύνου, θα έπρεπε να αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Δεν αρκεί να γνωρίζει ο πολίτης ότι αναμένονται ισχυρές βροχές. Χρειάζεται, στον βαθμό που το επιτρέπουν τα διαθέσιμα προγνωστικά στοιχεία, να πληροφορείται πού αναμένονται τα μεγαλύτερα ύψη, σε ποιο χρονικό διάστημα και με ποια αβεβαιότητα. Η σύγχρονη τεχνολογία και τα αριθμητικά μοντέλα παρέχουν πλέον σημαντικές δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν πρόκειται για σύγκριση εντυπώσεων ή για απαίτηση επικοινωνιακής υπερδραστηριότητας. Πρόκειται για την ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης της δημόσιας μετεωρολογικής πληροφόρησης, με σαφή επιστημονικά δεδομένα και οργανωμένη, πολυκαναλική επικοινωνία.
Η Διοίκηση της ΕΜΥ οφείλει να εξηγήσει πώς σχεδιάζει να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα. Ποια είναι η στρατηγική διάδοσης των προειδοποιήσεων; Γιατί δεν έχει αποκατασταθεί η συστηματική παρουσία της Υπηρεσίας στα κοινωνικά δίκτυα; Και πώς σκοπεύει να αξιοποιήσει τις σύγχρονες δυνατότητες εξειδικευμένης πρόγνωσης προς όφελος της Πολιτικής Προστασίας και της κοινωνίας;
Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να περιοριστεί στο γιατί δύο κακοκαιρίες έμειναν χωρίς όνομα. Πρέπει να επεκταθεί στον τρόπο με τον οποίο η χώρα οργανώνει και διαδίδει την επίσημη μετεωρολογική προειδοποίηση. Γιατί τελικά το σημαντικό δεν είναι αν μια κακοκαιρία έχει όνομα. Είναι αν ο πολίτης γνωρίζει εγκαίρως τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει. Και αυτό αποτελεί ζήτημα δημόσιας ασφάλειας, όχι επικοινωνιακής προβολής.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Πρώην Υποδιοικητής ΕΜΥ και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect
