Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα την περίοδο του καλοκαιριού, παρατηρείται όλο και πιο έντονα στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη συνολικά, το φαινόμενο να προβάλλονται εκτενώς καιρικά φαινόμενα που, υπό άλλες συνθήκες, θα περνούσαν απαρατήρητα. Οι καιρικές προγνώσεις γίνονται συχνά κεντρικό θέμα των ειδήσεων, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν δικαιολογούν μια τέτοια δημοσιότητα. Είναι όμως μια ελληνική ιδιαιτερότητα ή κάτι που συναντάται γενικότερα στην Ευρώπη;
Στην Ελλάδα, πρόσφατη έρευνα της Ελληνικής Μετεωρολογικής Εταιρείας έδειξε ότι το 73% των πολιτών θεωρεί πως οι προγνώσεις καιρού παρουσιάζονται με υπερβολικό ή ακόμη και αγχωτικό τρόπο, ειδικά σε περιόδους που απουσιάζουν άλλες «δυνατές» ειδήσεις. Αυτή η τάση δεν αποτελεί μια απλή παρατήρηση του κοινού, αλλά αντανακλά την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Οι ζέστες του καλοκαιριού, οι καύσωνες, και οι συχνά αναμενόμενες—για τη χώρα μας—υψηλές θερμοκρασίες, παρουσιάζονται πολλές φορές με δραματικούς τόνους, καλλιεργώντας την αίσθηση της «επικείμενης απειλής».

Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η τάση για εντυπωσιακή κάλυψη καιρικών γεγονότων είναι πλέον διαδεδομένη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του καύσωνα του 2022, η δημόσια τηλεόραση BBC αντιμετώπισε σφοδρή κριτική επειδή παρουσίασε έντονα κόκκινους χάρτες θερμοκρασιών που προκάλεσαν πανικό και αντιδράσεις, οδηγώντας ακόμα και σε δημόσιες διαμαρτυρίες πολιτών για «χειραγώγηση των εντυπώσεων».
Παράλληλα, το φαινόμενο έχει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γεωγραφική διάσταση. Στη βόρεια Ευρώπη, όπου ο καλοκαιρινός καιρός είναι συχνά πιο άστατος με βροχές και χαμηλές θερμοκρασίες, η κάλυψη αφορά συχνότερα έντονες βροχοπτώσεις, πλημμύρες ή καταιγίδες. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό νότο (Μεσόγειος), κυριαρχούν οι ειδήσεις περί καύσωνα και πυρκαγιών. Η διάκριση αυτή αντανακλά βαθύτερες πολιτισμικές και δημοσιογραφικές προσεγγίσεις στο θέμα. Η ποσοτική προσέγγιση δίνει μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα οπτική στο θέμα. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2022, παρότι οι καύσωνες προβάλλονται έντονα στα ΜΜΕ, στην πραγματικότητα παράγουν πολύ λιγότερα δημοσιεύματα (περίπου 12.000 ανά γεγονός) συγκριτικά με άλλες κατηγορίες φυσικών καταστροφών, όπως πλημμύρες ή καταιγίδες, που μπορεί να αγγίζουν τις εκατοντάδες χιλιάδες αναφορές. Η εντύπωση της «υπερβολής» που αποκομίζει το κοινό φαίνεται να οφείλεται στην ένταση και στο ύφος παρουσίασης, παρά στον αριθμό των δημοσιευμάτων.
Η υπερβολική προβολή καιρικών φαινομένων δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της τάσης των ΜΜΕ να μεγαλοποιούν καταστάσεις λόγω της εποχικής έλλειψης ειδήσεων. Ένα μέρος της ευθύνης βαρύνει και ορισμένους επιστήμονες, οι οποίοι παρέχουν αποσπασματικές ή ελλιπείς εξηγήσεις σχετικά με την προοπτική του καιρού. Η επιλεκτική αυτή παρουσίαση συμβάλλει στη δημιουργία συγκεχυμένης εικόνας στο κοινό. Πράγματι, αρκετοί επιστήμονες, είτε λόγω πίεσης χρόνου είτε λόγω της επιδίωξης δημοσιότητας, δεν αναπτύσσουν πλήρως τις μετεωρολογικές προβλέψεις τους. Συχνά παρουσιάζουν σενάρια καιρού χωρίς να αναλύουν την πιθανότητα επαλήθευσής τους ή χωρίς να εξηγούν τους παράγοντες που επηρεάζουν τις καιρικές μεταβολές. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δεν είναι μόνο ευθύνη των ίδιων των επιστημόνων. Τα μέσα ενημέρωσης σπάνια απαιτούν από τους ειδικούς να τεκμηριώνουν με ακρίβεια και σαφήνεια τις προβλέψεις τους. Αντίθετα, πολλές φορές προτιμούν εντυπωσιακές δηλώσεις που τροφοδοτούν τον εντυπωσιασμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δίνεται μεγαλύτερη προβολή σε σενάρια καταστροφής ή υπερβολής, τα οποία μπορεί να απέχουν αρκετά από τις ρεαλιστικές επιστημονικές προβλέψεις.
Είναι συνεπώς απαραίτητο να υπάρξει μια πιο υπεύθυνη στάση τόσο από την πλευρά των επιστημόνων όσο και από τα ΜΜΕ. Οι μετεωρολόγοι θα πρέπει να επιδιώκουν σαφήνεια, αξιοπιστία και ολοκληρωμένη ενημέρωση, εξηγώντας με απλά λόγια και επιστημονική εγκυρότητα τις προβλέψεις τους. Παράλληλα, τα μέσα πρέπει να απαιτούν από τους επιστήμονες μια τεκμηριωμένη και ολοκληρωμένη παρουσίαση των δεδομένων, ώστε το κοινό να ενημερώνεται υπεύθυνα και ψύχραιμα, χωρίς υπερβολές και άσκοπους εντυπωσιασμούς. Σε κάθε περίπτωση, η πρακτική αυτή των ΜΜΕ να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα καιρικά γεγονότα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, μοιάζει να έχει εδραιωθεί ως ένα είδος «θερινής ρουτίνας». Και όσο αυτή η πρακτική δεν εξισορροπείται από αντικειμενικότερη ενημέρωση, τόσο ο καιρός θα συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα πιο «καυτά» θέματα, ακόμα και όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος.
Θεόδωρος Ν. Κολυδάς
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Mετεωρολόγος Star Channel – Πρώην Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Σωστό άρθρο από την οπτική ενός σοβαρού επαγγελματία μετεωρολόγου.
Βέβαια, γνωρίζουμε, ότι η επιδίωξη των ΜΜΕ φόβου και πανικού και η ενστάλαξη αυτών στο μέσο συνήθως ανυποψίαστο μυαλό έχει και ευρύτερες εξηγήσεις.
Εγώ στα του καιρού θα σταθώ κυρίως στο αφήγημα περί “άρρωστου” κλίματος – ως μία μεταφορά – της γενικότερης κοινωνικής σαπίλας/αρρώστιας
όπου όλα είναι πολεμικά διαταγμένα και η εντεινόμενη αβεβαιότητα της καθημερινής ζωής κατακλύζεται από αίσθημα ασφυξίας στον μέσο πολίτη.
Σε αυτό συμβάλλει, κατά την ταπεινή μου άποψη, στα μέγιστα, όσον αφορά στον καιρό και την παρουσίασή του από τα ΜΜΕ, το αφήγημα περί κλιματικής κρίσης.
Άμεσα ή έμμεσα η έντονη προσοχή των ΜΜΕ με τον καιρό έχει ως αφετηρία την καλλιέργεια φόβου και ενοχής για το κλίμα που “καταστρέφεται”…