TOP STORIES Αρθρογραφια Κοινωνία

Ο Λοιμός της αρχαίας Αθήνας και οι “Ιστορίες” του Θουκιδίδη

Είναι γεγονός ότι η πορεία της Ιστορίας πολλών πολιτισμών της αρχαιότητας επηρεάστηκε σημαντικά από την εμφάνιση επιδημιών. Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε αναφέρει ότι οι μαζικές επιδημίες δεν συμπίπτουν χρονικά με τις κλιματικές αλλαγές, αλλά συνήθως τις ακολουθούν, καθώς σε πολλές περιπτώσεις εκδηλώνονται έπειτα από μετακινήσεις των πληθυσμών. Μια μεγάλη επιδημία που παρουσιάστηκε στην χώρα μας ήταν ο Λοιμός της αρχαίας Αθήνας ο οποίος αναμφισβήτητα αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν στην έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου, επισπεύδοντας την κατάρρευση του Χρυσού Αιώνα και της αθηναϊκής κυριαρχίας στην Μεσόγειο. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, η επιδημία ξεκίνησε από τον Πειραιά . O Λοιμός θα μπορούσε να οφείλεται στην διασπορά του μικροβίου από φορείς του–ταξιδιώτες που έφθασαν στον Πειραιά από ενδημικές περιοχές όπου πρωτοεμφανίσθηκε η επιδημία, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αναφέρονται η Αιθιοπία, η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Περσία. 

Ο Λοιμός ξέσπασε κατά την πολιορκία της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες, στην αρχή του καλοκαιριού του 430 π.Χ., και, μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ., κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πόλης. Έπειτα από μία βραχεία περίοδο ύφεσης, η επιδημία ξέσπασε ξανά στην διάρκεια του χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι τον χειμώνα του 426 π.Χ. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία, μεταξύ των οποίων και ο ηγέτης της πόλης, ο Περικλής. Η απώλεια λόγω της επιδημίας μεγάλου μέρους του ανθρώπινου δυναμικού και σημαντικού τμήματος της στρατιωτικής ισχύος της ακέφαλης πλέον από χαρισματικούς ηγέτες Αθήνας, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη πτώση του ηθικού των επιζώντων πολιτών της, οδήγησε σε σημαντικά λάθη πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών από την ηγεσία της πόλης, που κατέληξαν στην ήττα και στην συνθηκολόγηση άνευ όρων. Έπειτα από αυτήν την ατυχή κατάληξη του πολέμου η Αθήνα δεν ανέκτησε στο μέλλον ξανά έστω και μέρος της ισχύος και της αίγλης της.

Η αιτία που προκάλεσε τον Λοιμό της Αθήνας αποτελούσε μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της Ιστορίας της Ιατρικής. Τα μοναδικά δεδομένα, σχετικά με την αιτία του Λοιμού, περιορίζονται στις αφηγήσεις του μεγάλου αρχαίου ιστορικού του 5ου αιώνα π.Χ., του Θουκυδίδη, που προσβλήθηκε ο ίδιος από την νόσο, αλλά επέζησε. Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Θουκυδίδης περιγράφει με αρκετή ακρίβεια τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Αθήνα την περίοδο του Λοιμού, καθώς και τα κύρια σημεία και συμπτώματα της νόσου. Ο ιστορικός, θέλοντας, μεταξύ άλλων, να είναι η μαρτυρία του και πρακτικά χρήσιμη, αν τυχόν εμφανιζόταν και πάλι κάποια ανάλογη επιδημία, περιγράφει λεπτομερώς τα εξωτερικά και εσωτερικά συμπτώματα, παρακολουθώντας την πορεία που ακολουθούσε η ίδια η νόσος (από το κεφάλι προς τα κάτω άκρα), τα γενικά χαρακτηριστικά της αρρώστιας και την κατάρρευση των κοινωνικών φραγμών και αξιών που επέφερε ο λοιμός.

Ανεξάρτητα από την όποια επιστημονική αξία της περιγραφής, βέβαιη είναι η λογοτεχνική της αξία: η περιγραφή του Θουκυδίδη αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών, ένα θέμα που άσκησε ιδιαίτερη έλξη στη λατινική και στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Ένα κείμενο του μακρινού και “αποστσιοποιημένου χτές” σας παραθέτουμε για να δείτε πόσο πολλές ομοιότητες παρουσιάζει με το σήμερα…

Παρακάτω ακολουθεί η μαρτυρία του Θουκιδίδη από το έργο του “Ιστορίαι 2, 47-54″ σε μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου 

” [47] Ευθύς δε με την αρχήν του επομένου θέρους, οι Πελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, όπως και την πρώτην φοράν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, όπου στρατοπεδεύσαντες ήρχισαν να ερημώνουν την γην. [3] Και πριν παρέλθουν πολλαί ημέραι από της εισβολής, παρουσιάσθη διά πρώτην φοράν εις τας Αθήνας ο λοιμός, ο οποίος ελέγετο μεν ότι είχεν ενσκήψει προηγουμένως πολλαχού, και εις την Λήμνον και εις άλλας χώρας, αλλά πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη. [4] Διότι ούτε ιατροί, οι οποίοι, αγνοούντες την φύσιν της ασθενείας, επεχείρουν διά πρώτην φοράν να την θεραπεύσουν, αλλ᾽ απέθνησκαν οι ίδιοι μάλλον, καθόσον και περισσότερον ήρχοντο εις επαφήν με αυτήν, ούτε άλλη καμία ανθρωπίνη τέχνη ηδύνατο να βοηθήση. Ό,τι αφορά εξ άλλου τας προς τους θεούς παρακλήσεις ή τας προς τα μαντεία επικλήσεις και τα τοιαύτα, τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους οι άνθρωποι, καταβληθέντες από το κακόν, παρητήθησαν αυτών.

[48] Η νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Περσικής  αυτοκρατορίας. [2]   Ε ις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους κατοίκους του Πειραιώς, και διά τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρήναι δεν υπήρχαν ακόμη εκεί. Αλλ᾽ ύστερον έφθασε και εις την άνω πόλιν και από τότε ηύξησε μεγάλως η θνησιμότης. [3] Καθείς δε, είτε ιατρός είτε άπειρος της ιατρικής, ημπορεί, αναλόγως της ατομικής του κρίσεως, να ομιλή περί της πιθανής προελεύσεώς της και περί των αιτίων, τα οποία νομίζει ικανά να επιφέρουν τοιαύτην διατάραξιν των υγιεινών συνθηκών. Αλλ᾽ εγώ, που και ο ίδιος έπαθα από την νόσον, και με τα ίδια τα μάτια μου είδα άλλους πάσχοντας, θα εκθέσω την πραγματικήν της πορείαν και θα περιγράψω τα συμπτώματά της, η ακριβής παρατήρησις των οποίων θα επιτρέψη ασφαλέστερον εις τον καθένα που θα ήθελε να τα σπουδάση επιμελώς να κάμη την διάγνωσίν της, εάν ποτέ ήθελε και πάλιν ενσκήψει.

[49] Το έτος τω όντι εκείνο, κατά κοινήν ομολογίαν, έτυχε μέχρι της στιγμής της εισβολής της νόσου να είναι κατ᾽ εξοχήν απηλλαγμένον από άλλας ασθενείας. Εάν όμως κανείς υπέφερε τυχόν προηγουμένως από καμίαν άλλην ασθένειαν, όλαι κατέληγαν εις αυτήν. [2] Όσοι εξ άλλου ήσαν ώς τότε υγιείς, χωρίς καμίαν φανεράν αιτίαν, προσεβάλλοντο αιφνιδίως από πονοκέφαλον με ισχυρόν πυρετόν και ερυθήματα και φλόγωσιν των οφθαλμών, και το εσωτερικόν του στόματος, ο φάρυγξ και η γλώσσα εγίνοντο ευθύς αιματώδη, και η εκπνοή ήτον αφύσικος και δυσώδης. [3] Κατόπιν των φαινομένων αυτών, επηκολούθουν πτερνισμοί και βραχνάδα, και μετ᾽ ολίγον το κακόν κατέβαινεν εις το στήθος, συνοδευόμενον από ισχυρόν βήχα. Και όταν προσέβαλλε τον στόμαχον, επροκάλει ναυτίαν, και ταύτην επηκολούθουν, με μεγάλην μάλιστα ταλαιπωρίαν, εμετοί χολής, όσοι περιγράφονται υπό των ιατρών. [4] Και εις άλλους μεν αμέσως, εις άλλους δε πολύ βραδύτερον, παρουσιάζετο τάσις προς εμετόν ατελεσφόρητος, προκαλούσα ισχυρόν σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν κατέπαυεν, εις άλλους δε εξηκολούθει επί πολύ. [5] Το σώμα εξωτερικώς δεν παρουσιάζετο πολύ θερμόν εις την αφήν, ούτε ήτο ωχρόν, αλλ᾽ υπέρυθρον, πελιδνόν, έχον εξανθήματα μικρών φλυκταινών και ελκών. Εσωτερικώς όμως εθερμαίνετο τόσον πολύ, ώστε οι ασθενείς δεν ηνείχοντο ούτε τα ελαφρότατα ενδύματα ή σινδόνια, και επέμεναν να είναι γυμνοί, και μεγίστην ησθάνοντο ευχαρίστησιν, αν ημπορούσαν να ριφθούν εντός ψυχρού ύδατος. Πολλοί δε πράγματι, οι οποίοι είχαν μείνει ανεπιτήρητοι, ερρίφθησαν εις δεξαμενάς, διότι κατετρύχοντο από δίψαν άσβεστον, αφού και το πολύ και το ολίγον ποτόν εις ουδέν ωφέλει. [6] Και η αδυναμία τού ν᾽ αναπαυθούν, καθώς και η αϋπνία, τους εβασάνιζαν διαρκώς. Και το σώμα, εφόσον η νόσος ήτο εις την ακμήν της, δεν κατεβάλλετο, αλλ᾽ αντείχε καταπληκτικώς εις την ταλαιπωρίαν, ώστε ή απέθνησκαν οι πλείστοι την εβδόμην ή ενάτην ημέραν εκ του εσωτερικού πυρετού, πριν εξαντληθούν εντελώς αι δυνάμεις των, ή, εάν διέφευγαν την κρίσιν, η νόσος κατήρχετο περαιτέρω εις την κοιλίαν και επροκάλει ισχυράν έλκωσιν, και συγχρόνως επήρχετο ισχυρά διάρροια, ούτως ώστε κατά το μεταγενέστερον τούτον στάδιον οι πολλοί απέθνησκαν από εξάντλησιν. [7] Διότι το νόσημα, αφού ήρχιζεν από την κεφαλήν, όπου το πρώτον εγκαθίστατο, εξετείνετο βαθμηδόν εφ᾽ όλου του σώματος, και αν κανείς ήθελε διαφύγει τον θάνατον, προσέβαλλε τα άκρα, όπου άφηνε τα ίχνη του. [8] Καθόσον το νόσημα προσέβαλλε και τα αιδοία και τα άκρα των χειρών και ποδών, και πολλοί χάνοντες αυτά εσώζοντο, μερικοί μάλιστα έχαναν και τους οφθαλμούς. Άλλοι πάλιν, ευθύς μετά την θεραπείαν, επάθαιναν γενικήν αμνησίαν και δεν ανεγνώριζαν ούτε εαυτούς, ούτε τους οικείους των.

[50] Ο χαρακτήρ τω όντι της νόσου ήτο τοιούτος, ώστε δεν ημπορεί να περιγραφή επαρκώς διά λόγων, και όχι μόνον η σφοδρότης της προσβολής εκάστου κρούσματος υπερέβαινε γενικώς την ανθρωπίνην αντοχήν, αλλά και κατά τούτο απεδείχθη σαφέστατα ότι δεν επρόκειτο διά καμίαν από τας συνήθεις ανθρωπίνας ασθενείας, καθόσον τα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρώγουν τα ανθρώπινα πτώματα, μολονότι πολλοί νεκροί έμεναν άταφοι, ή δεν επλησίαζαν αυτούς, ή αν έτρωγαν από τα πτώματα, εψοφούσαν. [2] Απόδειξις τούτου είναι η αναμφισβήτητος εξαφάνισις των ορνέων τούτων, τα οποία δεν έβλεπε κανείς ούτε πέριξ των πτωμάτων, ούτε αλλού πουθενά. Ενώ προκειμένου περί των σκύλων, το αποτέλεσμα ήτον ακόμη περισσότερον καταφανές, ως εκ του ότι συμβιούν με τους ανθρώπους.

[51] Τοιούτος λοιπόν ήτον ο γενικός χαρακτήρ της ασθενείας, διότι παραλείπω πολλά άλλα ασυνήθη συμπτώματα, κατά τα οποία τα καθέκαστα κρούσματα διέφεραν τα μεν από τα δε. Και εφόσον διήρκει η νόσος, καμία άλλη από τας συνήθεις ασθενείας δεν παρηνώχλει τους κατοίκους, εάν δε τυχόν παρουσιάζετο κανέν κρούσμα, απέληγεν εις αυτήν. [2] Και άλλοι μεν απέθνησκαν ένεκα ανεπαρκούς νοσηλείας, άλλοι όμως μολονότι υπεβάλλοντο εις επιμελεστάτην τοιαύτην. Αλλ᾽ ουδέ και κανέν φάρμακον, δύναμαι σχεδόν να είπω, ευρέθη, του οποίου η χρήσις να είναι αποτελεσματική, [3] διότι εκείνο που ωφέλει τον ένα, αυτό το ίδιον έβλαπτε τον άλλον, και καμία ιδιοσυγκρασία, όπως απεδείχθη, δεν ήτον αρκετά ισχυρά διά να αντισταθή, ή αρκετά ασθενής, όπως αποφύγη την ασθένειαν, αλλά όλοι αδιακρίτως υπέκυπταν εις αυτήν, και εκείνοι ακόμη που εθεραπεύοντο με πάσαν ιατρικήν επιμέλειαν. [4] Και το φοβερώτερον εις όλην αυτήν την ασθένειαν ήτο όχι μόνον η αποθάρρυνσις των θυμάτων, όταν αντελαμβάνοντο ότι προσεβλήθησαν από την νόσον (διότι το πνεύμα των παρεδίδετο αμέσως εις απελπισίαν και εγκατέλειπαν εαυτούς εις την τύχην και δεν ανθίσταντο κατά της ασθενείας), αλλά και το γεγονός ότι, νοσηλεύοντες ο εις τον άλλον, εμολύνοντο και απέθνησκαν ωσάν πρόβατα. [5] Και τούτο προεκάλει τους περισσοτέρους θανάτους, διότι ή απέφευγαν εκ φόβου να επικοινωνούν προς αλλήλους και οι ασθενείς απέθνησκαν εγκατελελειμμένοι, εις τρόπον ώστε πολλαί κατοικίαι ερημώθησαν δι᾽ έλλειψιν νοσηλείας, είτε επικοινωνούσαν και απέθνησκαν εκ της μολύνσεως. Η τελευταία αύτη τύχη επεφυλάσσετο ιδίως εις τους οπωσδήποτε αντιποιουμένους ευγένειαν αισθημάτων, διότι, θεωρούντες τούτο καθήκον τιμής, επεσκέπτοντο τους φίλους των, αψηφούντες τον προσωπικόν κίνδυνον, ενώ αντιθέτως οι ίδιοι οι συγγενείς, καταβαλλόμενοι από το μέγεθος της συμφοράς, εβαρύνοντο επί τέλους και παρήτουν και αυτούς τους θρήνους υπέρ των αποθνησκόντων. [6] Ακόμη όμως περισσότερον ευσπλαχνίζοντο τους θνήσκοντας και τους ασθενείς όσοι είχαν θεραπευθή από την νόσον, διότι και εγνώριζαν αυτήν εξ ιδίας πείρας και ήσαν του λοιπού οι ίδιοι πλήρεις θάρρους, καθόσον η νόσος δεν προσέβαλλε δις τον ίδιον άνθρωπον, μετά κακής τουλάχιστον εκβάσεως. Και όχι μόνον εμακαρίζοντο αυτοί από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, ένεκα της υπερβολής της παρούσης χαράς των, είχαν ως προς το μέλλον κάποιαν επιπολαίαν ελπίδα ότι δεν θ᾽ απέθνησκαν πλέον ούτε από άλλην ασθένειαν.

[52] Αλλά την εκ της νόσου ταλαιπωρίαν επηύξησεν η συγκέντρωσις του πληθυσμού της υπαίθρου χώρας εντός της πόλεως. Οι νεωστί ιδίως εισελθόντες υπέφεραν περισσότερον. [2] Διότι δια την έλλειψιν οικιών ηναγκάζοντο να ζουν εντός παραπηγμάτων πνιγηρών ως εκ του θέρους, και οι θάνατοι επήρχοντο εν τω μέσω μεγάλης αταξίας. Νεκροί έκειντο οι μεν επί των δε, και ημιθανείς εκυλίοντο εντός των δρόμων προς όλας τας κρήνας, ως εκ της ασβέστου δίψης, και οι ιεροί περίβολοι, εντός των οποίων είχαν κατασκηνώσει, ήσαν πλήρεις νεκρών, οι οποίοι απέθνησκαν εντός αυτών. [3] Διότι επειδή το κακόν τους κατεβασάνιζεν, οι άνθρωποι μη γνωρίζοντες ποίον θα είναι το τέλος των, ολιγώρως είχον προς πάντα θείον και ανθρώπινον νόμον. [4] Ως εκ τούτου, τα έθιμα, προς τα οποία συνεμορφώνοντο έως τότε, προκειμένου περί ενταφιασμού, κατεπατήθησαν όλα, και καθείς έθαπτε τους νεκρούς του όπως ημπορούσε. Πολλοί μάλιστα, ένεκα ελλείψεως των απαιτουμένων δια την ταφήν υλικών, λόγω του ότι πολλοί εκ της οικογενείας των είχαν ήδη προαποθάνει, προσέφευγαν εις μέσα ταφής βδελυρά. Διότι άλλοι μεν απέθεταν πρώτον τον ιδικόν των νεκρόν επί ξένης πυράς και την ήναπταν, προλαμβάνοντες εκείνους που την είχαν στήσει, άλλοι δε, ενώ άλλοςνεκρός εκαίετο ήδη, έρριπταν επάνω εκείνον που έφεραν και έφευγαν.

[53] Αλλ᾽ η νόσος εισήγαγε προσέτι και άλλας χειροτέρας μορφάς ανομίας εις την πόλιν. Διότι πολλοί, οι οποίοι προηγουμένως απέκρυπτον την επίδοσίν των εις αθεμίτους ηδονάς, παρεδίδοντο ήδη εις αυτάς χωρίς καμίαν επιφύλαξιν, καθόσον έβλεπαν πόσον αιφνιδία ήτον η μετάπτωσις, αφ᾽ ενός μεν των πλουσίων, οι οποίοι εξαίφνης απέθνησκαν, αφ᾽ ετέρου δε των τέως εντελώς απόρων, οι οποίοι εις μίαν στιγμήν υπεισήρχοντο εις τας περιουσίας εκείνων. [2] Ως εκ τούτου, απεφάσιζαν να χαρούντην ζωήν των όσον ημπορούσαν ταχύτερον, επιδιδόμενοι εις τας απολαύσεις, διότι εθεώρουν και την ζωήν και τον πλούτον εξίσου εφήμερα. [3] Και κανείς δεν ήτο διατεθειμένος να υποβάλλεται προκαταβολικώς εις ταλαιπωρίας προς επιδίωξιν σκοπού, τον οποίον ενόμιζεν ενάρετον, αφού εθεώρει αμφίβολον, αν θα επιζήση, διά να πραγματοποίηση αυτόν, μόνον δε ό,τι παρείχεν άμεσον απόλαυσιν, και ό,τι καθ᾽ οιονδήποτε τρόπον ωδήγει εις τούτο, τούτο κατήντησε να θεωρήται και ενάρετον και χρήσιμον. [4] Αλλά φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανείς δεν τους συνεκράτει, αφ᾽ ενός μεν διότι βλέποντες ότι όλοι εξ ίσου απέθνησκαν, έκριναν ότι καμία δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας, εξ άλλου δε επειδή κανείς δεν επίστευεν ότι θα επιζήση, διά να δώση λόγον των εγκλημάτων του και τιμωρηθή δι᾽ αυτά. Τουναντίον, όλοι εθεώρουν ότι η ήδη κατεψηφισμένη κατ᾽ αυτών και επί των κεφαλών των επικρεμαμένη τιμωρία ήτο πολύ βαρυτέρα και ότι, πριν επιπέση κατ᾽ αυτών, εύλογον ήτο να χαρούν οπωσδήποτε την ζωήν των.

[54] Εις τοιαύτην συμφοράν περιπεσόντες οι Αθηναίοι, εταλαιπωρούντο, καθόσον και εντός της πόλεως η θνησιμότης ήτο μεγάλη και εκτός αυτής τα κτήματά των ερημώνοντο. [2] Μερικοί μάλιστα κατά την διάρκειαν της δυστυχίας ενθυμήθησαν, όπως ήτο φυσικόν, τον επόμενον στίχον, περί του οποίου οι πρεσβύτεροι απ᾽ αυτούς εβεβαίωναν, ότι εψάλλετο εις παλαιοτέραν εποχήν·

«Θα έλθη δωρικός πόλεμος και λοιμός μαζί μ᾽ αυτόν.»

[3] Είναι αληθές ότι αντέτειναν μερικοί ότι ο παλαιός στίχος ωμιλούσε περί λιμού και όχι λοιμού, αλλ᾽ επί του παρόντος επεκράτησε φυσικά η γνώμη ότι η λέξις, της οποίας είχε γίνει χρήσις εις το άσμα, ήτο λοιμός, καθόσον οι άνθρωποι εμνημόνευαν τον στίχον σύμφωνα με τα παθήματά των. Αλλ᾽ εάν ποτέ επέλθη άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον σημερινόν, και συμπέση να επέλθη λιμός, μου φαίνεται πιθανόν ότι τον στίχον θα ψάλλουν με την λέξιν αυτήν. [4] Ενθυμήθησαν επίσης, όσοι τον εγνώριζαν, και τον προς τους Λακεδαιμονίους χρησμόν, όταν εις ερώτησίν των προς τον θεόν, εάν πρέπη να πολεμήσουν, ούτος απήντησεν ότι, εάν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, βεβαιών συνάμα ότι και αυτός θα τους βοηθήση. [5] Όσον λοιπόν αφορά τον χρησμόν, τα τότε συμβαίνοντα εθεώρουν σύμφωνα με τας προβλέψεις του. Το βέβαιον είναι ότι η νόσος ήρχισεν ευθύς μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων, και εις μεν την Πελοπόννησον δεν επεξετάθη, τουλάχιστον εις βαθμόν άξιον λόγου, αλλ᾽ εθέρισε προ πάντων μεν τας Αθήνας, έπειτα δε και μερικούς πολυανθρωποτέρους συνοικισμούς. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία της νόσου.” ….

Στηριζόμενοι στην περιγραφή του Θουκυδίδη, πολλοί κορυφαίοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο, έχουν κατά καιρούς διατυπώσει μία σειρά θεωριών και υποθέσεων, χωρίς όμως να έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον Λοιμό της Αθήνας. Η αδυναμία τεκμηρίωσης οποιασδήποτε υπόθεσης σχετικά με την αιτία του Λοιμού οφείλεται στην δυσχέρεια ταυτοποίησης ενός μεμονωμένου ή συνδυασμού παθογενετικών παραγόντων ως αιτία, της επιδημίας, η οποία με βάση την κλινική εικόνα που περιγράφεται από τον Θουκυδίδη δεν ταιριάζει σε καμία από τις σύγχρονες μορφές λοιμώξεων. Αν και η αξιοπιστία και η ακρίβεια των αναφορών του Θουκυδίδη στον Λοιμό της Αθήνας δεν αμφισβητούνται, πρέπει να επισημανθεί ότι συνέγραψε την περίφημη Ιστορία του περίπου 10 χρόνια αργότερα από την περίοδο όπου συνέβησαν τα γεγονότα. Μάλιστα, καθώς ο ίδιος δεν διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής, θα μπορούσε να έχει δώσει έμφαση σε ορισμένα σημεία και συμπτώματα της νόσου που τον εντυπωσίασαν περισσότερο, σε βάρος άλλων, που όμως μπορούν να αποτελούν παθογνωμονικά χαρακτηριστικά για συγκεκριμένες παθήσεις. Εξ άλλου η ίδια νόσος είναι δυνατόν να μην εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα όπως στην αρχαιότητα.

Απαραίτητο σκελετικό υλικό για την πραγματοποίηση έρευνας σε θύματα του Λοιμού της Αθήνας ανακαλύφθηκε σε σχετικά πρόσφατη αρχαιολογική ανασκαφή της περιόδου 1994-5, που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του αρχαίου νεκροταφείου της Αθήνας, στον Κεραμεικό. Στην ανασκαφή αυτή ανακαλύφθηκε ένας ομαδικός τάφος ακανόνιστου σχήματος (6,5 μ, μήκους και 1,6 μ. βάθους) που περιείχε περίπου 150 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και αρκετά παιδιά. Ο ομαδικός αυτός τάφος χρονολογήθηκε με την αξιολόγηση των αρχαιολογικών ευρημάτων μεταξύ 430-426 π.Χ., δηλαδή περίπου στην εποχή κατά την οποία ξέσπασε ο Λοιμός της Αθήνας. Τα αποτελέσματα της ερευνητικής μελέτης της ομάδας αυτής στο αρχαιολογικό υλικό του ομαδικού τάφου του Κεραμεικού δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στην Ιατρική Επιθεώρηση International Journal of Infectious Diseases. Στην εργασία αυτή περιγράφεται η μέθοδος που ακολουθήθηκε για την διερεύνηση του παθογόνου μικροβιακού παράγοντα που προκάλεσε τον Λοιμό της Αθήνας. Ως υλικό της μελέτης χρησιμοποιήθηκαν ακέραια δόντια που εξήχθησαν από τρεις τυχαία επιλεγμένους νεκρούς του ομαδικού τάφου του Κεραμεικού.

Ύστερα από έξι διαδοχικές δοκιμασίες χωρίς αποτέλεσμα (πού αντιστοιχούσαν σε έξι υποψήφια μικρόβια), παρατηρήθηκε θετικός πολλαπλασιασμός τριών γονιδίων που αντιστοιχούσαν στον μικροβιακό παράγοντα Salmonella enterica serovar Typhi, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εκδήλωση τυφοειδούς πυρετού. Η αντίδραση αυτή επαναλήφθηκε διαδοχικά στο γενετικό υλικό των δοντιών και των τριών νεκρών του τάφου του Κεραμεικού που εξετάσθηκαν. Η αντιστοιχία των τριών γονιδίων που διερευνήθηκαν στο αρχαίο στέλεχος του μικροβίου σε σχέση με τις γνωστές αλληλουχίες του σύγχρονου στελέχους έφθασε το 96%.

Η διάγνωση του τυφοειδούς πυρετού, προβαλλόμενη στις αναφορές του Λοιμού από τον Θουκυδίδη, συμφωνεί με πολλά από τα κλινικά χαρακτηριστικά της νόσου. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, η επιδημία ξεκίνησε από τον Πειραιά και αποδόθηκε από πολλούς σε σκόπιμη δηλητηρίαση των πηγαδιών από τους Σπαρτιάτες. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το ακάθαρτο νερό αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες της νόσου. Εξ άλλου ο Λοιμός θα μπορούσε να οφείλεται στην διασπορά του μικροβίου από φορείς του–ταξιδιώτες που έφθασαν στον Πειραιά από ενδημικές περιοχές όπου πρωτοεμφανίσθηκε η επιδημία, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αναφέρονται η Αιθιοπία, η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Περσία. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και σήμερα που ο τυφοειδής πυρετός συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό πρόβλημα υγείας σε παγκόσμια κλίμακα.

Πηγές -Βιβλιογραφία
Μανώλη Ι. Παπαγρηγοράκη, επίκουρου καθηγητή Ορθοδοντικής Παν/μίου Αθηνών, Φιλίππου Συνοδινού, ορθοδοντικού, Χρήστου Γιαπιτζάκη, γενετιστή, βιολόγου-οδοντιάτρου, Έφης Μπαζιωτοπούλου-Βαλαβάνη, αρχαιολόγου.
Baziotopoulou-Valavani E. A mass burial from the Cemetery of Kerameikos. In: Stamatopoulou M, Yeroulanou M, eds. Excavating Classical Culture. Recent Archaeological Discoveries in Greece. Studies in Classical Archaeology I. BAR International Series 1031. Oxford, England: Archaeopress, 2002:187-201.
Bhan MK, Bahl R, Bhatnagar S. Typhoid and paratyphoid fever. Lancet 2005; 366:749-62.
Cunha BA. The cause of the plague of Athens: plague, typhoid, typhus, smallpox or measles? Infect Dis Clin N Am 2004;18:29-43.
Drancourt M, Aboudharam G, Signoli M, Dutour O, Raoult D. Detection of 400-year-old Yersinia pestis DNA in human dental pulp: an approach to the diagnosis of ancient septicemia.  Proc Natl Acad Sci USA 1998;11:12637-40.
Kidgell C, Reichard U, Wain J, Linz B, Torpdahl M, Dougan G, Achman M. Salmonella typhi, the causative agent of typhoid fever, is approximately 50,000 years old. Infect Genet Evol 2002;2:39-45.
Papagrigorakis MJ, Yapijakis C, Synodinos PN, Baziotopoulou-Valavani E. DNA examination of ancient dental pulp incriminates typhoid fever as a probable cause of the Plague of Athens. Int J Infect Dis 2006; 10:206-14.
Papagrigorakis MJ, Yapijakis C, Synodinos PN, Baziotopoulou-Valavani E. Insufficient phylogenetic analysis may not exclude candidacy of typhoid fever as a probable cause of the Plague of Athens (reply to Shapiro et al). Int J Infect Dis 2006 (in press); E-pub ahead of print.
Papagrigorakis MJ, Synodinos PN, Yapijakis C. Ancient typhoid epidemic may reveal original S. typhi strain. Infec Genet Evol 2006 (in press); E-pub ahead of print.
Parry CM, Hien  TT, Dougan G, White NJ, Farrar JJ. Typhoid fever. New Engl J Med 2002;347:1770-82.
Soupios MA. Impact of the plague in Ancient Greece. Infect Dis Clin N Am 2004;18:45-51.
Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. Γ2, Εκδοτική Αθηνών.
Θουκυδίδου ιστορία, Μετάφραση Ε.λευθερίου Βενιζέλου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *